Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΕΚΤΟΣ : ΠΕΡΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Τίνος ένεκεν , αδελφοί , και δια ποίαν αφορμήν ο προγνώστης ημών Θεός δεν ηφάνισεν απ ' αρχής τον πλανέσαντα ημάς διάβολον, ο οποίος μας εύγαλεν από την ζωήν και μας έφερεν εις τον θάνατον , και από τον Παράδεισον εις την γην , και ύστερον , αλλοίμονον , εις τον άδη και εις την αιώνιον κόλασιν ;

Εις τούτο λέγομεν , ότι εάν εξουσίαζεν ο διάβολος και ήθελεν ευγάλει τον άνθρωπον μετά βίας από τον Παράδεισον , ταύτης επειδή είχε κάποιον λόγον το ζητούμενον άλλ ' της δυνάμεως είναι εστερημένος ο διάβολος , μόνον δε συμβουλεύει και παρακινεί τον άνθρωπον εις το κακόν και όχι μετά της εξουσίας , εις ημάς έμεινε να μη τον ακούσωμεν . ημείς Άλλ ' του δίδομεν θεληματικώς να μας εξουσιάζη και όχι βιαστικώς , και όχι όλοι νικούν αυτόν , αλλά μόνον οι ανδρείοι δια της προαιρέσεως τινές δε νικώνται από τους δαίμονας και από την αμέλειάν τους κολάζονται διότι ο μεν κακός άνθρωπος , εάν και αμαρτάνη , δεν αδικείται από τον διάβολον , αλλά από την αμέλειάν αυτού και τούτο είναι φανερόν από το πλήθος των νικώντων και εάν οι σπουδαίοι δια τούς κακούς επιβουλεύθησαν , είναι διότι δεν έχουν που να φανή η ανδρεία τους . Ούτω λοιπόν γίνεται και εις την διάπλασιν του στόματος , και tων ομματίων , διότι δια τούτων επιθυμούσιν εκείνα όπου δεν πρέπει ήγουν από την θεωρίαν των οφθαλμών , πίπτουν πολλοί εις μοιχείαν , δια δε πάλιν του στόματος βλασφημούσι τον Θεόν και άλλοι δογματίζουν αιρέσεις. Τάχα δια ταύτα να ήναι ο άνθρωπος χωρίς γλώσσαν και οφθαλμούς ; ή τα χεριά μας και τα πόδια μας να τα κόπτωμεν ; διότι τα χέρια μας είναι γεμάτα αίματα, τα δε πόδια μας τρέχουσιν εις κακίαν και μετά τούτων και τα αυτιά όπου δέχονται το ψεύδος και μολύνουσι την ψυχήν . Επειδή και αυτά λοιπόν τα φαγητά και τα πιοτά , ομοίως και αυτόν τον ούρανόν και την γην και την θάλασσαν , τον ήλιον και την σελήνην και τον χορόν όλον των αστέρων δεν ωφελούσι , πως θέλουν να ήναι χρήσιμα , επειδή έγειναν δια του κατακοπέντος ανθρώπου , ούτω ελεεινώς και δυστυχώς ;

Βλέπεις τον άπρεπον γέλωτα , εις τον οποίον ο λόγος καταστρέφειν αναγκάζεται ; Ο διάβολος λοιπόν από τον εαυτόν του είναι κακός και όχι δια ημάς έγεινε κακός , αυτόν διότι εάν θελήσωμεν ημείς πολλά καλά κερδαίνομεν άπ ' , μη θέλοντος αυτού . Το δε μεγαλήτερον θαύμα εν τούτω της φιλανθρωπίας του Θεού και το μέγεθος είναι , οι αυτού ότι δι ' άνθρωποι γίνονται καλλίτεροι , όθεν δάκνει , καθ ' εαυτόν λυπεί όταν δε δι ' αυτού τούτο προξενείται ημίν , δεν ημπορεί να υπομείνη την πείραξιν . Και εις τούτο λέγουσί τίνες ότι , εάν δεν επαραχώρει Θεός, δεν ήθελε πλανέση τον άνθρωπον ο διάβολος από την αρχήν .

Τι λοιπόν να ειπούμεν εις τούτον ; Ότι εάν μη τούτο ήθελε γείνει , δεν ήθελε μάθει ο Αδάμ πόσον καλόν είχεν εις τον Παράδεισον, ουδέ ήθελον κριμνισθή από της ισοθεΐας και δεν ήθελε πέσει ποτέ εις την αθεΐαν και υπερηφανίαν ˙ διότι εις τοσούτον ύψος υψώθη και εκαταξίωσε τον εαυτόν του , ώστε και Θεός να γένη επέτυχε .

Τι λοιπόν ούτος δεν ήθελεν αποτολμήσει να κάμη , εάν δεν ήθελε σωφρωνισθή με τον ξεπεσμόν ; Όμως ας ειπούμεν , ότι ο διάβολος αν τον Αδάμ δεν ήθελε συμβουλεύσει τίποτε , τάχα άπταιστος ήθελεν απομείνει από τον κρεμνισμόν της παραβάσεως ; Τούτο δεν είναι να το ειπούμεν ˙ διότι αυτός ο τόσον εύκολα πεισθείς υπό της γυναικός , τούτο , και να μη ήτο ο διάβολος , γρήγορα από τον εαυτόν του ήθελε πέσει εις την παράβασιν της αμαρτίας · διότι τούτος όπου εδέχθη τόσον εύκολα την απάτην του άλλου , αυτός και πριν της απάτης αμελής ήτον ˙ διότι δεν εδύνατο ο διάβολος τοσούτον κακόν να προξενήση , εάν ήτον η ψυχή του έξυπνη .

Και επειδή ούτω έμελλε να γένη , δια ποίαν αφορμήν τοιούτον πρόσταγμα έδωκεν ο Θεός τω Αδάμ , προγινώσκων τούτο πως ήθελε να πέση εις την αμαρτίαν της παρακοής ; Και ότι έδωκε την εντολήν αυτώ , μεγάλης επιμελείας σημάδι ήτον , παρά να μη του είχε δώσει ˙ πλήν ας ήναι , ο Αδάμ την μεν προαίρεσιν έχων τοιαύτης λογής αμελημένην , καθώς το ύστερον εφανέρωσε και μηδεμίαν εντολήν εδέχετο , έμενε ας άλλ ' τρώγοντας και πίνοντας και διασκεδάζοντας ˙ τάχα η αμέλεια από της αναπαύσεως και τρυφής αυτής επί το χειρότερον ή επί το καλλίτερον έδωκεν ; από Άλλ ' όλα φανερόν είναι , ότι εις μεγάλην κακίαν κατέπεσεν , ως ανόητος όπου ήτον και ακόμη δεν εθάρρει να έχη την αθανασίαν και την ισοθεΐαν ˙ άλλ ' αβέβαιον ταυτην ούσαν την ελπίδα , και προς τόσην ανοησίαν και υπερηφανίαν υψωθείς, τόσον ότι ήλπισε να γένη Θεός .

Και ταύτα , ουδαμώς βλέπων πιστόν εκείνον όπου τον έταζεν , επειδή βεβαίαν είχε την αθανασίαν . Που δεν έφθασεν η υπερηφανία ; Τις δεν ήθελεν αμαρτήσει ; πότε δε αν υπήκουσε του Θεού ; διότι αυτός μετά την δόσιν του προστάγματος , ούτω αγνώστως καταφρονήσας του Θεού όπου του έδωκε το πρόσταγμα αυτό , αυτού εάν μη καθόλου ήθελε παρ ' , γρήγορα ηγνόησε πως είναι υποτασσόμενος ˙ διότι εάν δεν εκολάζετο δια των πονηρών έργων , μηδέ έαματο δια των καλών έργων . Πολλοί λοιπόν τω λόγω της αναστάσεως απιστούσι , και την μεν αρετήν έφευγον , ως κακών αιτίαν , την δε πονηρίαν , ως πρόξενον των καλών εργάζοντο . άπαν αξίαν Και επειδή ενταύθα το κατ ' έπερνον , περισσόν ενόμιζον είναι και ψεύδος τον λόγον της Κρίσεως , ίνα μήτε ούτω απιστήτε , μήτε ο πολύς λαός και απαίδευτος χειρότερος γένηται , καταφρονών την δικαίαν Κρίσιν του Θεού .

Πολλοί των αμαρτανόντων εδώ κολάζονται , και εις μερικούς όχι δια την απόδοσιν των κατορθωμάτων και το μη ποιείν εις όλους τον λόγον της Κρίσεως πιστούμενος ˙ το δε και προ της Κρίσεως πολλούς κολάζει , τους πολύν ύπνον κοιμώντας εξυπνίζων ˙ διότι με το να παιδεύωνται οι κακοποιοί άνθρωποι , πολλοί από τον φόβον της παιδεύσεως σωφρονίζονται , δια να μη πάθουν και αυτοί τα όμοια εκείνων . Εκείνοι πάλιν όπου δεν παιδεύονται εδώ δια τας αμαρτίας αυτών , άλλον καιρόν ο Θεός έχει να τούς κολάση ˙ καθώς ο Κάϊν , όπου εφόνευσε τον αδελφόν του τον Άβελ , και εδώ εκολάσθη και εκεί αιωνίως , και έγεινε παράδειγμα εις τον κόσμον . Κολάζει δε ο Θεός καμμίαν φοράν και όλους μαζύ , καθώς έκαμεν επί του Κατακλεισμού , εις τον καιρόν του Νώε , εις σωφρονισμόν των πολλών .

Βούλεται και θέλει ο Θεός και τους μη πιστεύοντας ανθρώπους εις αυτόν να πιστεύσουν , δια να τους σώση ˙ καθώς το λέγει και αυτός , ότι ˙ Ουκ ήλθον καλέσαι δικαίους , άλλ ˙ αμαρτωλούς εις μετάνοιαν, όταν δε και μετά την επιμέλειαν και συμπάθειαν όπου απήλαυσαν από του Θεού , και πάλιν δεν ηθέλησαν να γένουν καλλίτεροι και να γνωρίσουν την αλήθειαν , και πάλιν ουδέ τότε δεν τους άφησεν από το χέρι του , της επειδή άλλ ' ουρανίου ζωής θεληματικώς μόνοι τους υστερήθησαν . Ο Θεός λοιπόν εις την ζωήν αυτήν δίδει τοις ανθρώποις όλα τα αγαθά ίσια ˙ τον ήλιον ανατέλλει επί πονηρούς και αγαθούς , και βρέχει επί δικαίους και αδίκους , και τα πάντα της παρούσης ζωής εις σύστασιν ευεργετών . Εάν δε και εχθρών τοσαύτην προμήθειαν κηίμνη και κυβέρνησιν , πόσω μάλλον θα επιβλέψη επί τους πιστεύοντας αυτόν και δουλεύσαντας ;

 Και δια ποίαν άφορμήν δεν εύγαλεν ο Θεός τον διάβολον από το μέσον του κόσμου ; Λέγομεν εις αυτό , ότι είναι ένας παλαιστής και δύο πολέμαρχοι , και θέλουν να παλεύσουν με εκείνον τον παλαιστήν ˙ και ο μεν ένας αγωνιστής να δώση τον εαυτόν του εις πολυφαγίαν και πολυποσίαν , και από την γαστριμαργίαν να γένη ωσάν παράλυτος και αδύνατος ˙ ο δε άλλος σπουδάζων εις ταις παλαίστραις και εις άσκησιν και μάθησιν , εις φανέρωσιν πάντων πως ενίκησεν . Εάν λοιπόν φονεύσης τον ανταγωνιστήν , με τίνα τούτων ομοιώσεις ; τάχα με τον γαστρίμαργον και αμελή ; ή τω σπουδαίω και εγκρατεί ; Φανερόν είναι ότι τω αγωνιστή όπου πολλά εκοπίασε ˙ διότι ο μεν δια την αμέλειάν αδικήθη , φονευθέντος του ανταγωνιστού , ο δε ραθύμως μένοντος τούτου ; όχι δια τον σπουδαίον επηρεάζεται , αλλά από της οικείας ραθυμίας κατέπεσεν . Ο ασθενής λοιπόν την προαίρεσιν και αμελής και να μην ήναι και ο διάβολος , ταχέως καταπίπτει και εις κρημνόν πολύν κακίας και ασεβείας τον εαυτόν του καταβάλλει διότι , εάν και τα μέλη μας εξετάσωμεν , και απέλθωμεν , και αυτά ευρήσωμεν αιτίαν απωλείας , εάν δεν φυλαγώμεθα όχι παρά την ιδικήν τους φύσιν , αλλά παρά την ιδικήν μας αμέλειάν . Και βλέπε ˙ το ομμάτι εδόθη παρά Θεού τω ανθρώπω ίνα βλέπη την Κτίσιν δια να δοξάζη τον Κτίστην και Δεσπότην του κόσμου ˙ άλλ ' εάν μη καλώς χρειασθής τον οφθαλμόν , γίνεταί σου μοιχείας πρόξενος ˙ και γλώσσα εδόθη σοι , ίνα υμνής και δοξάζης τον Θεόν » , εάν άλλ ' μη καλώς προσεχής , γίνεταί σου αιτία βλασφημίας και αισχρολογίας ˙ χείρες σου εδόθησαν , ίνα σηκώνης αυτάς εις ευχάς και ευχαριστίας ˙ άλλ ' εάν δεν φυλάγης αυτάς , θέλεις τας απλώσει εις αρπαγήν και πλεονεξίαν ˙ πό - δια σου εδόθησαν δια να τρέξης εις καλά έργα , ήγουν εις ασθενείς , εις φυλακωμένους , εάν εις Εκκλησίας και εις Αγίων μνήμας ˙ άλλ ' δεν τα φύλαξης , τα αυτών θέλεις κάμει δι ' έργα του διαβόλου .

Βλέπεις ότι τον ασθενή όλα τον βλάπτουν , και αυτά λοιπόν τα καλά φάρμακα και σωτηρία , και εις θάνατον φέρουσιν , όχι παρά την ιδικήν τους φύσιν , αλλά παρά την ασθένειαν εκείνου . Όταν λοιπόν ίδωμεν πραγμάτων αταξίαν και ταραχήν , ας μη κατηγορούμεν του Θεού και να νομίζωμεν ότι τα παρόντα είναι απρονόητα διότι η ταραχή και η αταξία , άλλη είναι από τους καιρούς , άλλη από τον κακόν λογισμόν , ο οποίος εν μυρίαις ευταξίαις ουδέν απολαύει των αυτών ˙ ώσπερ ο οφθαλμός όταν ήναι ασθενημένος , εάν ήναι ο ήλιος και εις το μέσον της ημέρας , σκότος πάλιν βλέπει ˙ όταν δε ήναι γερός , και εν αύτη τη εσπέρα , ˙ ασφαλείας δύναται να υπάγη όπου θέλει μετ ' ώστε και το ομμάτι του νοός μας έως ου υγιαίνη , ήναι όταν όλα τα καλά βλέπει ˙ άλλ ' ο νους μας σκοτισμένος και διεφθαρμένος , και εις αυτόν τον ουρανόν εάν και τον ανεβάσωμεν , των εκεί θείων θεωριών πολλήν ταραχήν και αταξίαν καταγνώσεται .

Δια τούτο μήτε από όλους εδώ ζητεί ο Θεός κρίσιν , ίνα μη απογνώσουν την Ανάστασιν και απελπίσουν την Κρίσιν , ώστε πάντων ενθάδε διδόντων λόγον , ούτε πάντας αφίνει ο Θεός ατιμώρητους απελθείν , ίνα μη πάλιν απρονόητα είναι τα πάντα νομίσουν . Εάν δε τις άπιστη την Ανάστασιν , ας βάλη με τον νουν του , πόσα και πόσα έκαμεν ο Θεός , από εκεί όπου δεν ήσαν , και ας λάβη πληροφορίαν και περί εκείνης της παγκοσμίου Αναστάσεως . Και ότι πως επήρε γην ο Θεός και έπλασεν τον άνθρωπον , γη δεν ήτον προ τούτου , πως λοιπόν η γη γέγονεν άνθρωπος ; πως αύτη η γη οπού δεν ήτον εφάνη ; και ποίον θεμέλιον έχει και τι είναι υποκάτω της γης , πάλιν εκείνο και τι μετ ' το μετά την γην ; αυτήν και πόσα άπ ' την γην εγεννήθησαν , όλα δηλ . τα άπειρα γένη των άλογων ζώων , τα παντός είδους σπέρματα , τα πολυάριθμα κάλλη των φυτών ; Τούτων δε απορώτερον και ανερμήνευτον της Αναστάσεως είναι το μυστήριον διότι δεν είναι όμοιον ανάψαι λύχνον και μηδαμού δείξαι πυρ , ουδέ σπήτι πίπτον ανακαινίσαι εκείνο ˙ ουδέ ουσία εαίνετο .

Εκείνο όπου φαίνεται εις ημάς δυσκολώτερον , έκαμε πρότερον , ίνα από τούτου του ευκολότερου παράδοξη . Αλλά και από της ιδικής μας γεννήσεως , σπέρμα ολίγον και βραχύ φλέγμα , το πρώτον άμορφον και ατύπωτον σπέρνεται εις την μήτραν την δεχομένην το σπέρμα ; πόθεν γίνεται η τόση διάπλασις του ζώου , είτε λογικού είτε άλογου ; τι δε ο σίτος ; δεν είναι γυμνός κόκκος και μετά το σπαρθήναι . δεν σήπεται ; πόθεν γίνεται άσταχυς , και ανθέρικας , και καλάμι και τα αλλά όλα ωσάν αυτά ;

Πολλαίς φοραίς πίπτει σπυρί σύκου εις την γην , και ρίζαν , και κλάδους και καρπόν έκαμεν είτα από αυτά μεν δέχεσαι καθ ' ένα και δεν τα εξετάζεις και μόνον τον Θεόν πολυπραγμονείς και εξετάζεις την κυβέρνησιν , και πως μεταπλάττει και ανασταίνει τα σώματα μας ; και που ταύτα συγχωρήσεως άξια ; Αλλά δια ποίαν αφορμήν αφήκεν ο Θεός τον διάβολον , τοιούτον μιαρόν και ακάθαρτον πνεύμα, να εμπερδεύεται και να μας ρίχνη πολλάκις εις την αμαρτίαν ; τούτον λοιπόν αφήκεν , ίνα από τον φόβον του πολεμίου και την ερχόμενην βλάβην περιμένοντες , πολλήν την φύλαξιν επιδείξωμεν και με παντοτεινήν αγρυπνίαν προσέχωμεν .

Και τι θαυμάζεις εάν τον διάβολον αφήκε ; τούτο το κάμει , διότι φροντίζει και επιμελείται την σωτηρίαν μας , και έξυπνων ημάς από τον ύπνον της αμελείας και ετοιμάζων στεφάνων υπόθεσιν δια τούτο και αυτήν την γέενναν , ήγουν την κόλασιν έκαμεν , ίνα ο φόβος της τιμωρίας και της κολάσεως , το ανυπόμονη τον , προξενή εις ημάς την Βασιλείαν των ουρανών . Και πάλιν εάν ποίησης τίποτε καλόν και μη πάρης εδώ αυτού την ανταπόδοσιν , μη βαρυνθής , μηδέ συγχύζου , διότι μετά τον θάνατον εν τω μέλλοντι καιρώ σε περιμένει η ανταπόδοσις με αμοιβήν πολλήν και η αιώνιος Βασιλεία του Θεού . Εάν δε πάλιν κάμης τίποτε κακόν έργον και πονηρόν και δεν παιδευτής υπό του νόμου και του Πνευματικού σου Πατρός , μη θαρρής ότι ατιμώρητος θέλεις απομείνει , διότι εκεί σε δέχεται η αιώνιος τιμωρία της κολάσειος , εάν μη μετανοήσης και κάμνης αποχήν από της αμαρτίας δια των καλών έργων διότι λέγει ˙ Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν ˙ .

Αν τύχη και λυπάσαι πως βλέπεις άλλους και ζουν μετά πονηρίας και πλεονεξίας , και έχουν πλούτον και εν ευημερία απολαμβάνουν των παρόντων αγαθών και πικραίνεσαι επί τη μακροθυμία του Θεού , για βάλλε με τον νουν σου , πόσοι κακοποιοί άνθρωποι είναι όπου φυλάγουν κακούς δρόμους και φονεύουν τους οδοιπόρους ; πόσοι τους τοίχους και τους τάφους σκάπτουσι και κλέπτουν ; πόσοι ποτίζουν φαρμάκι άλλους και αποθνήσκουν . Τάχα δια τούτων κατηγορούμεν τον κριτήν Θεόν ; όχι διότι ˙ εάν λαβών αυτούς υπό την ψήφον αφήση , και τον μεν παθόντα κακώς κολάση , τον δε ποιήσαντα καλά τιμήση και στεφανώσας εκπέμψη , αυτός συ γυρεύεις τας τιμωρίας και πρότερον καταφρονείς τον εαυτόν σου .

Συλλογίσου , άνθρωπε , τα όσα ήμαρτες εις όλην σου την ζωήν και θέλεις ευρεθή εις την ψήφον του θανάτου , και χάριν θέλεις έχει εις την ανεξικακίαν και μακροθυμίαν του Θεού ˙ και θαύμασαι διότι ο Θεός αν ήθελε τιμωρήση καθ ' ένα δια τας αμαρτίας όπου κάμνει , δεν ήθελε φθάσει όλον το γένος των ανθρώπων , αλλά ήθελεν αφτανισθή . Δια τούτο ας μη καταπέσωμεν , αδελφοί , διότι ημείς δεν φροντίζομεν τόσον την ιδικήν μας σωτηρίαν , όσον ο Ποιητής μας Θεός . Και όχι τόσον εις ημάς μέλλει να μη πάθωμεν κανένα κακόν , όσον τω Θεώ όπου μας εχάρισε την ψυχήν , διότι ούτε εν ταις συμφοραίς αφίνει ο Θεός πάντοτε τους ανθρώπους να πειράζωνται , δια να μη αποκάμωσι και αφανισθούν από την λύπην , ούτε πάλιν εν ταις ευημερίαις αυτών και καλοπάθειαις , δια να μη γενώσιν αμελέστεροι της σωτηρίας . Αλλά ταις εναλλαγαίς των πολλών ειδών , την σωτηρίαν αυτών οικονομών εργάζεται .

Διότι εάν ένα καράβι όπου να ήναι χωρίς καραβοκύριν , αδύνατον είναι να σταθή , ευκολία εν άλλ ' καταποντίζεται , λοιπόν ο κόσμος πως ήθελεν έμβη από τοσούτους χρόνους , μηδένας αυτόν κυβερνών ; Και δια να μη ειπώ άλλο πλέον , νόμισαι συ τον κόσμον , όπου είναι επάνω εις την γην , πως είναι καράβι , άρμενον τον ουρανόν επιβάτας τους ανθρώπους πέλαγος την άβυσσον . Πως λοιπόν από τοσούτους χρόνους δεν έγεινε ναυάγιον , και απώλεια ποτέ τούτου του παγκοσμίου καραβιού ; άφησε λοιπόν το καράβι , μίαν ημέραν χωρίς κυβερνήτην και ναύτας , και θέλεις το ίδει παρευθύς καταποντιζόμενον . Αλλά ο κόσμος ουδέν τοιούτον έπαθεν , έπτά χιλιάδες χρόνους και περισσότερον έχων . Και τι λέγω καράβι και βάρκα ; καλύβην τις έστησεν εις το αμπέλι του και τρυγήσας τον καρπόν , αφήκεν έρημον , πολλάκις ουδέ δύο ημέρας δεν διαμένει , αλλά χαλά και πέφτει ταχέως . Και εάν καλύβη χωρίς του προνοούντος δεν ημπορεί να σταθή , και δημιούργημα ουρανού τε και γης , τοσούτον ούτε καλόν και θαυμαστόν , πως ήθελεν απομείνη τοσούτους χρόνους αδιάφθαρτον , χωρίς τίνος προμηθείας ; Αδύνατον ή τον εννόησόν μοι το κάλλος και ωραιότητα του ουρανού πόσους χρόνους έχει και δεν εμαύρισε˙ γνώρισε και της γης την δύναμιν , πως δεν ατόνησεν η κοιλία της τόσους χρόνους να γεννά τα πολυειδή σπέρματα ομοίως και τα πηγάδια και ταις βρύσες , πως πάντοτε αναβλύζουν και ουδέποτε στερεύουν .

Εννόησον την θάλασσαν πόσους δέχεται ποταμούς , και δεν υπερβαίνει το μέτρον δια τούτο πρέπει εις καθ ˙ ένα ποίημα των λεγομένων υπό Θεού , να λέγωμεν : Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου Κύριε , ότι πάντα εν σοφία εποίησας. Και πως να μη ήναι άπρεπον , ότι τον μεν κτίστην και λεπτουργόν βλέπομεν πως κόπτει τα ξύλα και πριονίζει , και δεν τον εξετάζομεν δια ποίαν αφορμήν το κάμνει ούτω ομοίως και τον ιατρόν όταν ιατρεύη τους ασθενείς , άλλους μεν κόπτει τας σάρκας τους , άλλους δε καίει και φλεβοτομεί , άλλους δε αποκλείει εις τόπον αφεγγή , και στενοχωρεί αυτούς εν πείνη και δίψη ˙ και ημείς βλέποντες αυτά όπου κάμνουν , δεν περιεργαζόμεθα να λέγωμεν διατί τούτο και διατί εκείνο κάμνουσιν ; αλλά μόνον σιωπούμεν την δε ανερμήνευτον Σοφίαν του Θεού πολυπραγμονούμεν και εξετάζομεν ει δε και θελήση τις να κάμη ελεημοσύνην υπέρ των αδικούμενων και πτωχών , εξετάζομεν ακριβώς και λέγομεν διατί είναι ο δείνα πένης και ο δείνα πτωχός , ή ο δείνα πλούσιος και δεν σκύπτεις κάτω να γνωρίσης τον εαυτόν σου τι είσαι και να βάλλης δεσμόν εις την γλώσσάν σου να μην περιεργάζεσαι άκαιρα , μόνον κοίταξε το πέλαγος των αμαρτιών σου , και αν ήσαι περίεργος , ζήτησε εις τον εαυτόν σου τιμωρίας , δια την πολυπραγμοσύνην εις τους κακούς λόγους όπου είπες ˙ διότι έπρεπε τον εαυτόν σου να εξετάσης και όχι τον Θεόν και αυξάνεις εις τα αμαρτήματά σου άλλα βαρύτερα αμαρτήματα ; και πως , δεν είναι άξια κολάσεως ;

Άμποτες ο ελεήμων και εύσπλαχνος Χριστός ο Θεός , λυτρώνοντας εξ αυτής πάντας ημάς , καταξιώσει της Βασιλείας αυτού της επουρανίου μετά πάντων των Αγίων . Αμήν