Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2009

ΔΟΓΜΑΤΙΚΑ 2

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ της ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
© Ιωάννης Σ. Ρωμανίδης

Τμήμα 1
1ο Μέρος:
ΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΟΓΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ
Α. Εισαγωγικά
Β. Θεολογική μέθοδος γενικώςΓ. Τα ιστορικά όρια της ορθοδόξου Δογματικής και Συμβολικής θεολογίας
Δ. Τα ιστορικά πλαίσια, της λατινόγλωσσης (της διακρινομένης από την φραγκολατινικήν παράδοσιν) και της ελληνόγλωσσης, ρωμαϊκής πατερικής θεολογίαςΕ. Περί θεολογικής μεθόδου εν τοις πλαισίοις του σχίσματος των Φραγκολατίνων
ΣΤ. Περί θεολογικής μεθόδου ειδικώτερον

Α' Εισαγωγικά τινα
Εξ επόψεως ορθοδόξου η βασιζομένη επί των συμβόλων και όρων των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων δογματική θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας και η θεολογία των αγίων Πατέρων είναι ταυτόν. Μάλιστα αι Οικουμενικαί Σύνοδοι επικαλούνται ως βάσιν των αποφάσεών των την αυθεντίαν και την διδασκαλίαν των Πατέρων.
Επίσης πρέπει να τονισθή ευθύς εξ αρχής, ότι εις την ορθόδοξον παράδοσιν δεν υπάρχει και δεν δύναται να υπάρχη διάκρισις μεταξύ Πατερικής και Βιβλικής ή Ερμηνευτικής θεολογίας. Η Βιβλική θεολογία είναι η Πατερική θεολογία και η Πατερική θεολογία είναι η Βιβλική θεολογία.
Τονίζομεν τούτο ιδιαιτέρως διότι ενεφανίσθησαν εσχάτως Ορθόδοξοι οίτινες προσπαθούν να εισαγάγουν εις τον ορθόδοξον χώρον είδος θεολογικού προβληματισμού το οποίον χαρακτηρίζει τας εξελίξεις των τελευταίων δεκαετηρίδων εις την δυτικήν θεολογίαν, καθ' ό οι ερμηνευταί ευκόλως αποδεικνύουν ότι αι προϋποθέσεις της Συστηματικής θεολογίας του δυτικού παρελθόντος δεν ευρίσκονται εις την Αγίαν Γραφήν. Εξ επόψεως ιστορικής μεθόδου η λεγομένη Συστηματική ή Δογματική θεολογία των Δυτικών υπέκυψεν εις την κριτικήν μάχαιραν των δυτικών ερμηνευτών, οίτινες αντικατέστησαν την Συστηματικήν Δογματικήν θεολογίαν με την λεγομένην Βιβλικήν θεολογίαν.
Ακολουθούντες τους Δυτικούς Ορθόδοξοι τινες, προσπαθούν να εισαγάγουν την διάκρισιν ταύτην μεταξύ Βιβλικής και Δογματικής θεολογίας εις τον ορθόδοξον χώρον.
Ημείς όχι μόνον απορρίπτομεν την διάκρισιν ταύτην, αλλά και χαρακτηρίζομεν αυτήν ως αίρεσιν και τονίζομεν ότι η Πατερική θεολογία είναι η Βιβλική θεολογία.
Εδώ χρειάζεται αμέσως να γίνη μία σπουδαία διευκρίνισις. Λέγοντες ότι η Πατερική θεολογία είναι η Βιβλική θεολογία εννοούμεν ότι τούτο ισχύει μόνον δια την ορθόδοξον παράδοσιν. Τονίζομεν δε ότι εις την Δύσιν πράγματι υπάρχει διαφορά, αρκετά μεγάλη, μεταξύ Βιβλικής και Δογματικής θεολογίας διότι απλούστατα η Δογματική θεολογία του δυτικού παρελθόντος και παρόντος δεν ήτο και δεν είναι Βιβλική. Το ότι η θεολογία των Φραγκολατίνων δεν ήτο Βιβλική, ήτο βασική πεποίθησις των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων. Η προσπάθεια όμως αύτη των δυτικών ερμηνευτών να κατανοήσουν την Βιβλικήν θεολογίαν, άνευ των βιβλικών προϋποθέσεων και προκαταλήψεων του δυτικού δογματικού παρελθόντος, δεν σημαίνει ότι πράγματι οι δυτικοί ερμηνευταί επανέρχονται εις την θεολογίαν της Αγίας Γραφής. Υποδουλωμένοι ούτοι εις τα κατηγορήματα της δυτικής δογματικής μεθοδολογίας απλούστατα αναγνωρίζουν, ότι αι θεολογικαί προϋποθέσεις της Αγίας Γραφής διαφέρουν ουσιαστικώς από αυτάς της δογματικής των παραδόσεως, χωρίς όμως τούτο να σημαίνη ότι πλησιάζουν εις το συμπέρασμα ότι υπάρχει ταυτότης ή ομοιότης μεταξύ της ελληνόγλωσσης ρωμαϊκής Πατερικής και της Βιβλικής θεολογίας.
Ακριβώς επειδή δεν υποπτεύονται τοιαύτην ταυτότητα ή πιθανότητα ταυτότητος οι ερμηνευταί της Δύσεως, ωδήγησαν σήμερον τους οπαδούς των εις την ουσιαστικήν απόρριψιν της παλαιοτέρας αυθεντίας της Βίβλου και συνετέλεσαν τα μέγιστα εις τον κλονισμόν της αυθεντίας και των θεμελίων της χριστιανικής πίστεως μεταξύ των πιστών του Παπισμού και του Προτεσταντισμού.
Ο παρών, εν τω ανά χείρας δοκιμίω, συνδυασμός της Δογματικής και Συμβολικής θεολογίας της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, προς εξυπηρέτησιν των διδακτικών αναγκών των φοιτητών, ίσως είναι και ο καλύτερος τρόπος εκθέσεως της ορθοδόξου πίστεως γενικώς. Και τούτο διότι η διαμόρφωσις της πατερικής δογματικής παραδόσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας εβασίσθη όχι μόνον επί της Αγίας Γραφής και των κηρυγματικών και ιεραποστολικών αναγκών εκάστης εποχής, αλλά και επί της αντιθέσεως των Πατέρων προς τας εκάστοτε αναφυείσας αιρέσεις. Μάλιστα όλα τα κείμενα του Β' τόμου του παρόντος δοκιμίου φέρουν τον τελευταίον αυτόν χαρακτήρα, δηλαδή αποτελούν την απάντησιν της Εκκλησίας εις αιρέσεις τας οποίας κατεδίκασαν οι Πατέρες, ως μη συμφωνούσας προς τα εκ των προφητών και των αποστόλων περί Χριστού παραδεδομένα.
Ακριβώς εις την ανάγκην ταύτην, όπως οι Πατέρες καταπολεμήσουν τας αιρέσεις, ευρίσκουν οι δυτικοί ερμηνευταί και ιστορικοί την αιτίαν και αφορμήν της δήθεν διεισδύσεως εις τα δόγματα μεταφυσικών εκ της ελληνικής φιλοσοφίας αρχών ξένων προς τας προϋποθέσεις της σκέψεως και της ζωής των προφητών και των αποστόλων. Γενικώς επικρατεί μεταξύ των ερμηνευτών της Δύσεως η αντίληψις 1) ότι τα βασικά δόγματα της πατερικής παραδόσεως των Οικουμενικών Συνόδων περί Αγίας Τριάδος και Χριστολογίας δεν υπάρχουν, τουλάχιστον πραγματικώς, εις την Αγίαν Γραφήν, αλλά ίσως μόνον σπερματικώς, και 2) ότι τα δόγματα είναι έργον στοχαστών θεολόγων και των αυτοκρατόρων, οίτινες βάσει των αποφάσεων της πλειοψηφίας των επισκόπων εν Οικουμενικαίς αυτοκρατορικαίς Συνόδοις και μέσω της νομικής των εξουσίας, επέβαλον της θεολογικήν γνώμην μιας παρατάξεως ως δόγμα αναγκαίον δια την σωτηρίαν και ένωσιν των πιστών, χάρις εις την ενότητα του έθνους.
Είναι ιστορικόν γεγονός, ότι οι εντός των κόλπων της Εκκλησίας εδέχοντο ασυζητητεί την θεοπνευστίαν και το κύρος της Αγίας Γραφής και απέρριπτον πάσαν συζήτησιν με αιρετικούς μη αποδεχομένους ταύτα. Οι εντός της Εκκλησίας αναφανέντες αιρετικοί εδέχοντο και αυτοί την θεοπνευστίαν και το κύρος της Αγίας Γραφής.
Μεταξύ των αιρετικών τούτων και των ορθοδόξων υπήρχε ριζική διαφορά, όσον αφορά εις τας ερμηνευτικάς προϋποθέσεις τας οποίας οι ορθόδοξοι και οι αιρετικοί ανήγαγον εις την ερμηνευτικήν παράδοσιν των αποστόλων και των αγίων Πατέρων.
Μόνον οι Γνωστικοί κατά την αρχαίαν εποχήν ήσαν εκλεκτικοί εις το εν προκειμένω θέμα, οίτινες, και απέρριπτον και εδέχοντο τεμάχια της Αγίας Γραφής και είχον πολλάκις και ιδίας Γραφάς.
Εκ της επόψεως ταύτης οι σύγχρονοι ερμηνευταί της φιλελευθέρας προτεσταντικής παρατάξεως διαφέρουν ριζικώς από τους αιρετικούς της αρχαιότητος, αφού δεν δέχονται την θεοπνευστίαν και το απόλυτον κύρος της Αγίας Γραφής.
Ομοιάζουν όμως με τους αρχαίους Γνωστικούς καθ' ότι 1) είναι εκλεκτικοί περί του τί εν τη Αγία Γραφή ανήκει εις την πραγματικότητα, είτε την ιστορικήν, είτε την υπερφυσικήν, είτε την σημασιολογικήν, δηλαδή την γνησίαν κηρυγματικήν, και 2) έχουν χωρίσει την Αγίαν Γραφήν εις πολλάς θεολογίας, των προφητών, των εποχών της Παλαιάς Διαθήκης, του Παύλου, του Ιωάννου, του Μάρκου, του Ματθαίου, του Λουκά, κ.ο.κ.
Ακριβώς το ίδιον έχουν κάμει και οι δυτικοί ιστορικοί των δογμάτων με την θεολογίαν των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων. Ενώ ο ορθόδοξος θεολόγος, τουλάχιστον αυτός της παραδόσεως, βλέπει σαφώς την θεολογικήν ταυτότητα μεταξύ της Αγίας Γραφής, των αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων, ο δυτικός ευρίσκει εις τον ίδιον χώρον όχι μόνον ποικιλίαν θεολογιών αλλά πολλάκις και αντιθέσεις.
Το να ανιχνεύουν οι Δυτικοί ποικιλίαν και αντιθέσεις εις τα ανωτέρω, όπου οι Ορθόδοξοι ευρίσκουν ταυτότητα και ενότητα, ισχύει όχι μόνον δια τους ερευνητάς και θεολόγους ως μεμονωμένα ατόμα αλλά και δια τας ομολογιακάς ομάδας της Δύσεως. Ούτως οι Προτεστάνται διαιρούνται εις ομολογίας βασιζομένας 1) εις μόνην την Αγίαν Γραφήν ή 2) εις την Αγίαν Γραφήν, αλλά και εις τας Οικουμενικάς Συνόδους τας συμφωνούσας με την Αγίαν Γραφήν. Ως τοιαύτας Οικουμενικάς Συνόδους αναγνωρίζουν αι προτεσταντικαί ομολογίαι την Α', την Β' και ίσως την Δ'. Οι θεολόγοι των αμφιβάλλουν περί της Δ', απορρίπτουν σήμερον τα περί της Θεοτόκου, την θεολογίαν του Κυρίλλου Αλεξανδρείας καθώς και την Γ' Οικουμενικήν Σύνοδον.
Όλοι επίσης οι Προτεστάνται αποκηρύττουν ή απλώς αγνοούν τας Οικουμενικάς Συνόδους Ε', ΣΤ', Ζ', και Η'.
Εν αντιθέσει προς τους Διαμαρτυρομένους, οι Παπικοί παραδέχονται ομού μετά των Ορθοδόξων την Ζ' Οικουμενικήν Σύνοδον, απορρίπτουν όμως την επί Μεγάλου Φωτίου Η', Οικουμενικήν Σύνοδον του 879, και αντ' αυτής δέχονται επισήμως ως Η', την Σύνοδον του 869, την καταδικάσασαν τον Μέγαν Φώτιον. Εν όλω δέχονται ούτοι 21 Οικουμενικάς Συνόδους.
Σημειωτέον, όμως, ότι υπάρχουν σήμερον παπικοί θεολόγοι, οι οποίοι ζωηρώς απορρίπτουν τας δογματικάς αποφάσεις της Ε' Οικουμενικής Συνόδου ισχυριζόμενοι ότι οι Πάπαι δεχόμενοι την Οικουμενικήν ταύτην Σύνοδον δεν εδέχθησαν τας δογματικάς αυτής αποφάσεις.
Από του 11ου αιώνος επεκράτησε μεταξύ των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων η γνώμη ότι δια της προσθήκης του Filioque εις το Σύμβολον της πίστεως οι Φραγκολατίνοι απέρριψαν τας δογματικάς προϋποθέσεις του δόγματος περί Αγίας Τριάδος της Α' και Β' Οικ. Συνόδου. 3
Κατά τον 14ον αιώνα εγένετο αντιληπτόν εις τους Πατέρας της Εκκλησίας της εν λόγω εποχής, ότι αι προϋποθέσεις της φραγκολατινικής ή Σχολαστικής λεγομένης παραδόσεως, περί αποκαλύψεως και θείας χάριτος, διαφέρουν ριζικώς από την παράδοσιν των Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων, γεγονός ιδιαζούσης σημασίας το οποίον πρέπει να τονισθή ιδιαιτέρως εις τα μαθήματα της Δογματικής ημών.

Β' Θεολογική μέθοδος γενικώς
Κατά τας αντιλήψεις των Πατέρων περί Ιεράς Παραδόσεως και αποστολικής διαδοχής είναι αδύνατον εις τον ευρισκόμενον εκτός της κοινωνίας των εν τω σώματι του Χριστού αγίων να κατανοήση την διδασκαλίαν της Αγίας Γραφής, των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων. Η κατανόησις της ορθοδόξου θεολογίας δεν είναι μία απλή υπόθεσις της επιστημονικής ερεύνης. Δια τούτο δεν πρέπει να κάμνη εντύπωσιν το γεγονός, ότι σπουδαίοι ετερόδοξοι ερευνηταί της Αγίας Γραφής, καθηγηταί Πανεπιστημίων, δεν δύνανται να έχουν την κατανόησιν των θεμάτων περί αποκαλύψεως, ενσαρκώσεως, χάριτος και σωτηρίας, ως έχουν ταύτην οι άγιοι της ορθοδόξου παραδόσεως.
Δεν είναι επίσης δυνατόν εις τους ευρισκομένους εκτός της ορθοδόξου παραδόσεως και μη μετέχοντας εις την εν Χριστώ ορθόδοξον πνευματικότητα ιστορικούς των δογμάτων να κατανοήσουν την ουσίαν της διδασκαλίας των αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων.
Ισχύουν τα ανωτέρω περί ορθοδόξου γνωσιολογίας, διότι απλούστατα η κλείς της ορθοδόξου Δογματικής και Συμβολικής θεολογίας είναι η ορθόδοξος εν Χριστώ πνευματικότης και ζωή και η κλείς της αληθινής εν Χριστώ πνευματικότητος και ζωής είναι η ορθόδοξος Δογματική και Συμβολική θεολογία. Ακριβώς δια τον λόγον αυτόν η αποστολική διαδοχή κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας συμπεριλαμβάνει όχι μόνον την υπό ορθοδόξων και κανονικών επισκόπων αδιάκοπον χειροτονίαν του κλήρου, του λειτουργούντος τα σωστικά, αγιαστικά και θεωτικά μυστήρια του Χριστού υπέρ αυτού και του λαού, αλλά και την ορθήν περί Χριστού διδασκαλίαν και την ορθήν κατά Χριστόν και εν Χριστώ πνευματικότητα. Ούτω χειροτονία, δόγμα και πνευματικότης αποτελούν κατά την ορθόδοξον αντίληψιν περί Ιεράς Παραδόσεως, μίαν αδιάσπαστον ενότητα, ώστε η έλλειψις του ενός στοιχείου να συνεπάγεται την απουσίαν των άλλων και άρα την διάσπασιν και διακοπήν της αποστολικής διαδοχής και της μεθέξεως εις την Ιεράν Παράδοσιν και την Παρακαταθήκην.
Τούτο, όπως, θα ίδωμεν, δεν σημαίνει ότι η ορθόδοξος πνευματικότης συνδέεται με μίαν εν τη ζωή ταύτη αναμαρτησίαν, ώστε να αποκόπτωνται από την αποστολικήν διαδοχήν και το ορθόδοξον δόγμα οι περιπίπτοντες εις την αμαρτίαν, εφόσον ουδείς αναμάρτητος ειμή ο Χριστός. Σημαίνει όμως ότι ο μη κατά Χριστόν ζών, αλλά και δικαιολογών εαυτόν κατά τρόπον ώστε να νομίζη ότι ζη κατά Χριστόν και αναλόγως να θεολογή χωρίς να έχη ως πνευματικούς οδηγούς τους θεοθέντας αγίους και συμβασιλείς του Χριστού, θα δημιουργήση μίαν θεολογίαν κατά τα μέτρα του και κατά τας προσωπικάς του ορέξεις και επομένως ουχί ορθόδοξον.
Δια τον λόγον αυτόν οι Πατέρες της Εκκλησίας τονίζουν, ότι μόνον εις αγωνιζομένους κατά της αμαρτίας και του διαβόλου υπέρ της κατά Χριστόν τελειώσεως επιτρέπεται να θεολογούν. Επίσης και η διδασκαλία περί θεολογίας πρέπει να γίνεται αναλόγως προς την πνευματικήν κατάστασιν και προετοιμασίαν του μαθητευομένου.
Αι βασιζόμεναι επί των παθών και των φανταστικών νοημάτων προλήψεις δεν επιτρέπουν και εις τον φιλοσοφικώτερον και επιστημονικώτερον των ανθρώπων, να εμβαθύνη εις τα της πίστεως, διότι η θεολογία αυτού όσον επιστημονική και στοχαστικώς ωραία και αν φαίνεται δεν θα είναι ορθόδοξος, διότι ο συγχέων τας προλήψεις του με την αλήθειαν του Χριστού δεν δύναται να κατανοήση την αλήθειαν και να γίνη μαθητής του Χριστού και των φίλων Αυτού προφητών, αποστόλων και αγίων.
Την καλυτέραν ίσως έκφρασιν των ανωτέρω γνωσιολογικών, περί ορθοδόξου δόγματος αρχών, ευρίσκομεν εις τα λεχθέντα υπό του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου κατά των Ευνομιανών, "ου παντός, ω ούτοι, το περί Θεού φιλοσοφείν, ου παντός, ουχ ούτω το πράγμα εύωνον και των χαμαί ερχομένων. Προσθήσω δέ, ουδέ πάντοτε, ουδέ πάσιν, ουδέ πάντα, αλλ' έστιν ότε, και οίς, και εφ' όσον. Ου πάντων μέν, ότι των εξητασμένων και διαβεβηκότων εν θεωρία, και προ τούτων και ψυχήν και σώμα κεκαθαρμένων, ή καθαιρομένων, το μεριώτατον. Μη καθαρώ γαρ άπτεσθαι καθαρού τυχόν ουδέ ασφαλές, ώσπερ ουδέ όψει σαθρά ηλιακής ακτίνος. Ότε δέ; Ηνίκα αν σχολήν άγωμεν από τής έξωθεν ιλύος και ταραχής, και μη το ηγεμονικόν ημών συγχέηται τοίς μοχθηροίς τύποις και πλανωμένοις, οίον γράμμασι πονηροίς αναμιγνύντων κάλλη γραμμάτων, ή βορβόρω μύρων ευωδίαν. Δεί γαρ τω όντι σχολάσαι, και γνώναι Θεόν, και όταν λάβωμεν καιρόν, κρίνειν θεολογίας ευθύτητα. Τίσι δέ; Οίς το πράγμα δια σπουδής, και ουχ ως έν τι των άλλων και τούτο φλυαρείται ηδέως, μετά τούς ιππικούς, και τα θέατρα, και τα άσματα, και την γαστέρα, και τα υπό γαστέρα, οίς και τούτο μέρος τρυφής, η περί ταύτα ερεσχελία και κομψεία των αντιθέσεων. Τίνα δε φιλοσοφητέον, και επί πόσον; Όσα ημίν εφικτά, και εφ' όσον η του ακούοντος έξις εφικνείται και δύναμις, ίνα μη καθάπερ αι υπερβάλλουσαι των φωνών, ή των τροφών, την ακοήν βλάπτουσιν ή τα σώματα, - ει βούλει δέ, των φορτίων τα υπέρ δύναμιν τούς υποβαίνοντας (ή υπερβαίνοντας), ή την γήν των υετών οι σφοδρότεροι, - ούτω δη και ούτοι τοίς στερροίς, ίν' ούτως είπω, των λόγων καταπιεσθέντες και βαρυνθέντες ζημιωθείεν και εις την αρχαίαν δύναμιν".1
Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων επί των ανωτέρω, ο άγιος Γρηγόριος, συνεχίζει λέγων, "καί ου λέγω τούτο μη δείν πάντοτε μεμνήσθαι Θεού. Μη πάλιν επιφυέσθωσαν ημίν οι πάντα εύκολοι και ταχείς. Μνημονευτέον γαρ Θεού μάλλον ή αναπνευστέον, καί, ει οίόν τε τούτο ειπείν, μηδέ άλλο τι ή τούτο πρακτέον. Καγώ των επαινούντων ειμί τον λόγον, ός μελετάν ημέρας και νυκτός διακελεύεται, και εσπέρας και πρωΐ και μεσημβρίας διηγείσθαι, και ευλογείν τον Κύριον εν παντί καιρώ, ει δει και το Μωυσέως ειπείν, κοιταζόμενον, διανιστάμενον οδοιπορούντα, ό,τι ουν άλλο πράττοντα, και τη μνήμη τυπούσθαι πρός καθαρότητα. Ώστε ου το μεμνήσθαι διηνεκώς κωλύω, το θεολογείν δέ, ουδέ την θεολογίαν, ώσπερ ασεβές, αλλά την ακαιρίαν, ουδέ την διδασκαλίαν, αλλά την αμετρίαν. Η μέλιτος μεν πλησμονή και κόρος έμετον εργάζεται, καίπερ όντος μέλιτος, και καιρός τω παντί πράγματι, ως Σολομώντι καμοί δοκεί, και το καλόν ου καλόν, όταν μη καλώς γίνηται, ... ενταύθα δε μόνον τον καιρόν ατιμάσομεν, ου μάλιστα τιμητέον το εύκαιρον;"2
Παρατηρητέον ότι κατά τον άγιον Γρηγόριον εις την κορυφήν της θεολογίας ίστανται "οι εξητασμένοι και διαβεβηκότες εν θεωρία, και προ τούτων και ψυχήν και σώμα κεκαθαρμένοι, ή καθαιρόμενοι, το μετριώτατον". Εις την ορολογίαν της Αγίας Γραφής και των αγίων Πατέρων "οι διαβεβηκότες εν θεωρία" είναι οι αυτόπται μάρτυρες της δόξης του Θεού, προφήται, απόστολοι και άγιοι. Οι θεόπται ούτοι ευρίσκονται εν Χριστώ εις το κέντρον της Ιεράς Παραδόσεως, ως η ερμηνευτική και δογματική αυθεντία εν τη Εκκλησία.
Τούτο σημαίνει ότι ο κατ' εξοχήν θεολόγος της Εκκλησίας, δεν είναι ο φιλοσοφών στοχαστικώς και διαλεκτικώς, αλλά ο φθάσας χάριτι Θεού, εις θεωρίαν τη δόξη του Χριστού και ούτω λαβών την εκ Θεού αποκάλυψιν, γενόμενος αυθεντία τοις πιστοίς.
Η τοιαύτη κλιμάκωσις και διαβάθμησις των περί Θεού γνωστικών είναι μία βασική και ουσιαστική προϋπόθεσις της πατερικής θεολογικής μεθόδου, ήτις ευρίσκεται εις το κέντρον της ορθοδόξου πατερικής διδασκαλίας περί παραδόσεως, παρακαταθήκης, θεοπνευστίας, αυθεντίας, αλαθήτου, σωτηρίας, αγιασμού και θεώσεως.
Ίνα μη μείνη καμμία αμφιβολία, ότι οι εν θεωρία διαβεβηκότες, είναι δια τον άγιον Γρηγόριον οι αυτόπται μάρτυρες της δόξης του Χριστού, οι ιστάμενοι εις την υψίστην δυνατήν κορυφήν της θεολογικής και δογματικής αυθεντίας, παραθέτομεν κατωτέρω τα εξής υπό του αγίου τούτου πατρός λεχθέντα, εφιστώντες την προσοχήν του αναγνώστου εις το ότι ως παράδειγμα ορθοδόξου θεολογικής μεθόδου και πνευματικότητος ανατρέχει ούτος εις τον Μέγαν εν θεόπταις Μωϋσήν, "επειδή ανεκαθήραμεν τω λόγω τον θεολόγον, οίόν τε είναι χρή διελθόντες, και οίστισι φιλοσοφητέον, και ηνίκα, και όσον, ότι ως οίόν τε καθαρόν, ίνα φωτί καταλαμβάνηται φώς. Και τοίς επιμελεστέροις, ίνα μη άγονος ή εις άγονον χώραν εμπίπτων ο λόγος, και όταν γαλήνην έχωμεν ένδον από τής έξω περιφοράς, ώστε μή, καθάπερ οι λυττώντες, τω πνεύματι διακόπτεσθαι, και όσον εχωρήσαμεν, ή χωρούμεθα, επειδή ταύτα ούτω, και ενεώσαμεν εαυτοίς θεία νεώματα, ώστε μη σπείρειν επ' ακάνθαις, και το πρόσωπον τής γής ωμαλίσαμεν, τη Γραφή τυπωθέντες τε και τυπώσαντες, φέρε, τοίς τής θεολογίας ήδη προσβώμεν λόγοις, προστησάμενοι του λόγου τον Πατέρα, και τον Υιόν, και το Πνεύμα το Άγιον, περί ών ο λόγος, ώστε το μεν ευδοκείν, το δε συνεργείν, το δε εμπνείν, μάλλον δε μίαν εκ τής μιάς θεότητος γενέσθαι την έλλαμψιν ενικώς διαιρουμένην, και συναπτομένην διαιρέτως, ό και παράδοξον."3
"Ανιόντι δε μοι προθύμως επί το όρος, ή το γε αληθέστερον ειπείν, προθυμουμένω τε άμα και αγωνιώντι, το μεν δια την ελπίδα, το δε δια την ασθένειαν, ίνα τής νεφέλης είσω γένωμαι, και Θεώ συγγένωμαι, τούτο γαρ κελεύει Θεός, ει μεν τις Ααρών, συνανίτω και στηκέτω πλησίον, καν έξω μένειν τής νεφέλης δέη, τούτο δεχόμενος. Ει δε τις Ναδάβ, ή Αβιούδ, ή τής γερουσίας, ανίτω μέν, αλλά στηκέτω πόρρωθεν, κατά την αξίαν τής καθάρσεως. Ει δε τις των πολλών και αναξίων ύψους τοιούτου και θεωρίας, ει μεν άναγνος πάντη, μηδέ προσίτω, ου γαρ ασφαλές, ει δε πρόσκαιρα γούν ηγνισμένος, κάτω μενέτω, και μόνης ακουέτω τής φωνής και τής σάλπιγγος, των ψιλών τής ευσεβείας ρημάτων, καπνιζόμενόν τε το όρος βλεπέτω και καταστραπτόμενον, απειλήν τε ομού και θαύμα τοίς ανιέναι μη δυναμένοις. Ει δε τις θηρίον εστί πονηρόν και ανήμερον και ανεπίδεκτον πάντη λόγων θεωρίας και θεολογίας, μη εμφωλευέτω ταίς ύλαις κακούργως και κακοηθώς, ίνα τινός λάβηται δόγματος ή ρήματος, αθρόως προσπηδήσαν, και σπαράξη τούς υγιαίνοντας λόγους ταίς επηρείαις, αλλ' έτι πόρρωθεν στηκέτω, και αποχωρείτω του όρους, ή λιθοβοληθήσεται, και συντριβήσεται, και απολείται κακώς κακός, λίθοι γαρ τοίς θηριώδεσιν οι αληθείς λόγοι και στερροί. Είτε πάρδαλις είη, συναποθνησκέτω τοίς ποικίλμασιν. ... είτε τι άλλο των ωμοβόρων, και αποβλήτων τω νόμω, και ου καθαρών εις βρώσίν τε και απόλαυσιν. Βούλεται γαρ τούτων αποχωρήσας ο λόγος ούτω πλαξί στερραίς και λιθίναις εγγράφεσθαι, και ταύταις αμφοτέρωθεν, δια τε το φαινόμενον του νόμου και το κρυπτόμενον, το μεν τοίς πολλοίς και κάτω μένουσι, το δε τοίς ολίγοις και άνω φθάνουσιν."4
Εν συνεχεία βάσει της εν τη νεφέλη θεοπτίας του Μωϋσέως, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, οικοδομεί τα κατά των Ευνομιανών επιχειρήματά του. Μάλιστα, ως θα ίδωμεν εν οικείω τόπω, ευρίσκει εις την εμπειρίαν ταύτην, δηλαδή την προς τον Μωϋσέα αποκάλυψιν, ουχί την ουσίαν βεβαίως του Θεού αλλά την μεγαλειότητα Αυτού, την διάκρισιν μεταξύ της κατά πάντα αγνώστου, ακαταλήπτου, απροσίτου και αμεθέκτου ουσίας του Θεού και της δόξης ή ενεργείας του Θεού. Βάσει της διακρίσεως ταύτης ο άγιος Γρηγόριος, ως και ο Μέγας Αθανάσιος, Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος Νύσσης και άλλοι Πατέρες, ανατρέπει ωρισμένας βασικάς προϋποθέσεις της αιρέσεως των Ευνομιανών και Αρειανών.
Σημειωτέον, όμως, ότι και οι αιρετικοί, ως οι Γνωστικοί, οι Αρειανοί, οι Ευνομιανοί και οι Φραγκολατίνοι εστήριξαν τας αιρέσεις των εις την αποκάλυψιν ταύτην της δόξης του Θεού εις τους προφήτας και αποστόλους, αλλ' επί τη βάσει όμως θρησκευτικών και φιλοσοφικών προϋποθέσεων ξένων προς την παράδοσιν των προφητών και αποστόλων.5 Το δε εσφαλμένον της ερμηνείας των αιρετικών απέδειξαν οι Πατέρες ευκόλως από την ιδίαν την Αγίαν Γραφήν ως και από την ερμηνευτικήν Αυτής παράδοσιν, την οποίαν παρέδωσαν οι απόστολοι εις τους αγίους Πατέρας μαζί με την αποστολικήν διαδοχήν και παράδοσιν.
Την αποστολικήν ταύτην διαδοχήν και παράδοσιν παραδίδει ή μεταδίδει εκάστη γενεά εις την επομένην και ως ετονίσθη ήδη εμπεριέχεται εν αυτή και η κατά Χριστόν πνευματικότης, δηλαδή η αποστολική κατά Χριστόν ζωή. Η πνευματικότης αυτή είναι η εγγύησις δι' εκάστην γενεάν, ότι έχει την δύναμιν και την εκ Θεού χάριν να παραλάβη από την προηγουμένην γενεάν και να παραδώση εις την επομένην την Παρακαταθήκην της πίστεως, εφ' όσον μόνον δια της ορθής πνευματικότητος είναι δυνατόν να κατανοηθούν αι προϋποθέσεις του ορθοδόξου δόγματος.
Προς διατήρησιν της ορθοδόξου διδασκαλίας και πράξεως και προς επίτευξιν της εν Θεώ θεωρίας, χειροτονούνται οι πνευματικώτεροι των πιστών, χωρίς όμως να απουσιάζουν, εκτός του κύκλου των χειροτονουμένων, οι βαδίζοντες προς την θέωσιν και την μετά Θεού ένωσιν και μάλιστα οι φθάσαντες εις τα προπύλαια αυτής θεούμενοι, οίτινες μετά την προς Κύριον εκδημίαν των αναγνωρίζονται ως άγιοι της Εκκλησίας και ών τα άγια λείψανα ευωδιάζουν και τίθενται εις προσκύνημα προς αγιασμόν των πιστών.
Εκ των μέχρι τούδε λεχθέντων φαίνεται σαφώς το γεγονός, ότι η ορθόδοξος Δογματική και Συμβολική θεολογία και η ορθόδοξος πνευματικότης έχουν χαρακτήρα, όχι μόνον υπερφυσικόν, εκ του γεγονότος της εν Χριστώ θεωρίας της ακτίστου δόξης του Θεού υπό των προκρίτων και κορυφαίων θεολόγων και αγίων της Εκκλησίας, αλλά και ιστορικόν, πρώτον διότι ο Θεός απεκαλύφθη εντός της παραδόσεως της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και της συνεχιζόμενης εις τον αιώνα των αιώνων Εκκλησίας εις σειράν προφητών, αποστόλων και αγίων, οίτινες υπήρξαν οι δέκται, αλλά και φύλακες και μεταδόται της αποκαλύψεως ταύτης, δεύτερον διότι η σωστική και θεωτική ενέργεια του Θεού σώζει, αγιάζει και θεοί όχι μόνον την ψυχήν αλλά και το σώμα του ανθρώπου και εφ' όσον ολόκληρος η ανθρωπίνη φύσις του Χριστού υπήρξεν, άμα τη γεννήσει Αυτού, και παραμένει εις τους αιώνας των αιώνων τεθεωμένη, τρίτον, διότι η από γενεάς εις γενεάν μετάδοσις του φωτός της κατά τας θεοφανείας της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης φανερωθείσης και κατά την ημέραν της Πεντηκοστής ανηφθείσης λαμπάδος του φωτός της δόξης της τρισυποστάτου θεότητος, γίνεται δια της εν τη ιστορία ενεργείας των μυστηρίων του βαπτίσματος, του χρίσματος, της θείας ευχαριστίας, της χειροτονίας, της εξομολογήσεως, της μετανοίας, του γάμου, του ευχελαίου κ.λ.π. προς αγιασμόν και θέωσιν ολοκλήρου του ανθρώπου και ουχί μόνον μέρους αυτού, επί τω τέλει της αναστάσεως και της ψυχής και του σώματος.
Ο ιστορικός χαρακτήρ της μεταδόσεως της ορθοδόξου πίστεως και ευσεβείας φαίνεται σαφώς από το μυστήριον της μετανοίας και εξομολογήσεως, το οποίον απαραιτήτως προϋποθέτει πνευματικόν πατέρα δια την καθοδήγησιν των πιστών, αλλά και του κλήρου εις τας πνευματικάς βαθμίδας της καθάρσεως, του φωτισμού και της θεώσεως. Άνευ πνευματικού πατρός έχοντος δια της χειροτονίας την αποστολικήν διαδοχήν, δεν υπάρχει μέθεξις των σωστικών, αγιαστικών και θεωτικών ενεργειών των μυστηρίων του Σώματος του Χριστού, εκτός εις περιπτώσεις, όπου ο Θεός Πατήρ δια του ενσαρκωθέντος Λόγου και εν Πνεύματι Αγίω ενεργεί μυστηριωδώς εις τας ψυχάς των εκτός της ορατής Εκκλησίας ευρισκομένων.
Εκ των ανωτέρω φαίνεται σαφώς ότι το μυστήριον της ιερωσύνης είναι το ουκ άνευ της Ιεράς Παραδόσεως, όχι μόνον διότι είναι ο φορεύς του ορθοδόξου δόγματος, της ορθής διδασκαλίας και ερμηνείας της Αγίας Γραφής και της τελέσεως των σωστικών, αγιαστικών και θεωτικών του Χριστού μυστηρίων, αλλά κυρίως διότι όλα τα αναφερθέντα έχουν ως σκοπόν την οδήγησιν των πιστών εις την κατά Χριστόν και κατά Πνεύμα ζωήν. Η αποδοχή, η τήρησις και η μετάδοσις της ανημμένης ταύτης λαμπάδος της κατά Χριστόν πνευματικότητος είναι το κύριον και μοναδικόν έργον του κλήρου.
Εις το έργον τούτο συνεργούν οι πιστοί ως φύλακες της ανημμένης ταύτης λαμπάδος και ως αφοσιωμένα πνευματικά τέκνα των πνευματικών αυτών πατέρων.

Γ' Τα ιστορικά όρια της ορθοδόξου Δογματικής και Συμβολικής θεολογίας
Πριν προχωρήσωμεν εις εκτενεστέραν έκθεσιν της ορθοδόξου δογματικής θεολογικής μεθόδου, βάσει σαφούς και ακριβούς ορισμού αυτής, είναι ανάγκη εξ αιτίας ωρισμένων εντυπώσεων του ιστορικώς προσφάτου παρελθόντος να είπωμέν τινα περί της ιστορικής εκτάσεως της ορθοδόξου θεολογίας. Επειδή επεκράτουν εις τον τομέα αυτόν επί αρκετά έτη αντιλήψεις, μάλλον ετερόδοξοι, εις ορθόδοξα δοκίμια, αντιμετωπίζομεν την υποχρέωσιν να αναπτύξωμεν την πατερικήν αντίληψιν περί του θέματος εν αντιπαραβολή προς ετεροδόξους τινας αντιλήψεις.1
Εύρε παρ' ημίν τόπον παλαιότερον, η αντίληψις των Φραγκολατίνων ότι η ελληνική πατερική περίοδος της δογματικής θεολογίας έληξεν.
Ενώ οι Δυτικοί ισχυρίζοντο ότι η πατερική θεολογία των ελληνοφώνων Ρωμαίων έληξε με τον άγιον Ιωάννην τον Δαμασκηνόν, Ορθόδοξοι τινες συνεφώνουν ότι η περίοδος της ελληνόγλωσσης πατερικής θεολογίας πράγματι έληξεν, αλλά με τον Μέγαν Φώτιον.3
Επίσης ισχυρίζοντο οι Δυτικοί ότι η λατινική πατερική περίοδος έληξε με τον Ισίδωρο Σεβίλης ή τον Βερνάρδον εκ Κλαιρβώ.
Κατά τους Δυτικούς διεδέχθη την πατερικήν θεολογίαν, την ελληνόφωνον και την λατινόφωνον και την υπερέβη, η λεγομένη Σχολαστική θεολογία.4
Εις τους αποδεχομένους την λήξιν της πατερικής θεολογικής περιόδου Ορθοδόξους επεκράτησε παλαιότερον η αντίληψις, ότι επηκολούθησε μία θεολογική κατάπτωσις μεταξύ των ελληνοφώνων, ήτις εύρε την κλασικήν της έκφρασιν εις την ρωμαίϊκην θεολογίαν του 14ου αιώνος, δηλαδή εις τον άγιον Γρηγόριον τον Παλαμάν και εις τους ομοφωνούντας μετ' αυτού.5
Επίσης ηκούετο η γνώμη, ότι ο λόγος δια τον οποίον δεν εκαλλιεργήθη μεταξύ των ελληνοφώνων Ρωμαίων η συστηματοποίησις της Δογματικής θεολογίας, ως συνέβη με την Σχολαστικήν θεολογίαν της Δύσεως, ήτο ότι εμεσολάβησε μετά τον Θ' αιώνα η προαναφερθείσα δήθεν θεολογική κατάπτωσις, την οποίαν επηκολούθησεν η Τουρκοκρατία η οποία δεν επέτρεψε να αναπτυχθή σπουδαία θεολογία.6
Εις την καλλιέργειαν τοιούτων απόψεων συνετέλεσε πολύ η επικράτησις εις την Ρωσσικήν θεολογίαν της θεολογικής μεθόδου της Σχολαστικής και της Προτεσταντικής θεολογίας.7
Υπό την επίδρασιν των Δυτικών φαίνεται ότι πρώτον οι Ρώσσοι εδέχθησαν την ιδέαν περί λήξεως της ελληνόφωνης πατερικής περιόδου. Μετά την εν Ρωσσία επικράτησιν κατά τον ΙΖ' και ΙΗ' αιώνα της λατινικής γλώσσης, ως γλώσσης της ρωσσικής θεολογίας, εκαλλιεργήθη η παράδοσις των Δυτικών περί της καταπτώσεως της ελληνόφωνης θεολογίας. Φαίνεται ότι ταύτην την δήθεν παρακμήν συνεδίαζον οι Ρώσσοι με ιστορικά γεγονότα ως η ψευδοένωσις της Φλωρεντίας του 1439 και με την ιδέαν ότι οι κατ' εξοχήν φύλακες της Ορθοδοξίας εγένοντο οι Ρώσσοι μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως.
Αι απόψεις αύται εύρον τόπον εις τον ελληνικόν χώρον μετά την ελληνικήν Επανάστασιν του 1821 μέσω των Ελλήνων εκείνων κυρίως, οίτινες ήσαν επηρεασμένοι θεολογικώς από τους Ρώσσους και τους Ευρωπαίους και είχον εγκαταλείψει την ρωμαίϊκην πατερικήν αντίληψιν περί θεολογίας και θεολόγων.
Εις το σημείον αυτό καλόν είναι ο αναγνώστης να μελετήση εκ νέου τα προαναφερθέντα περί θεολογίας και θεολόγων του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ίνα εντοπίση πατερικώς το υπό συζήτησιν θέμα.
Εάν δεχθώμεν ως αρχήν και αξίωμα τον ορισμόν του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ότι οι κατ' εξοχήν θεολόγοι είναι "οι εξητασμένοι και διαβεβηκότες εν θεωρία" και παραδεχθώμεν την διδασκαλίαν της Αγίας Γραφής ότι η υψίστη δυνατή μορφή της θεογνωσίας και θεολογίας είναι η θέα ή θεωρία της δόξης του Θεού και ότι ο κατ' εξοχήν θεολόγος είναι ο "είσω της φωτεινής νεφέλης και του λαμπρού γνόφου γενόμενος", τότε πρέπει να παραδεχθώμεν, ότι η ακμή της θεολογίας συμβαδίζει με την κατά καιρούς θέωσιν των τοιούτων διαβεβηκότων εν θεωρία και η παρακμή με την απουσίαν ή απόκρυψιν των τοιούτων θεουμένων.
Επομένως ο ορθόδοξος θεολόγος πρέπει να εξετάση το όλον θέμα περί ακμής και παρακμής της ορθοδόξου θεολογίας υπό το πρίσμα τούτο και όχι συμφώνως προς την προπαγάνδα των ευρισκομένων εκτός της ορθοδόξου πατερικής παραδόσεως και ούτως εχόντων άλλα κριτήρια περί ακμής και παρακμής της θεολογίας, ή και των επηρεασθέντων, εκ των ετεροδόξων, ορθοδόξων.
Εκ της επόψεως ταύτης φαίνεται σαφώς ότι η πατερική περίοδος του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όχι μόνον δεν δύναται να θεωρηθή εποχή καταπτώσεως της ορθοδόξου θεολογίας, αλλά αντιθέτως εμφανίζει όλα τα εκ πατερικής επόψεως στοιχεία εκείνα τα δεικνύοντα ότι πρόκειται περί εποχής ακμής της ορθοδόξου θεολογίας. Τα σημεία παρακμής και καταπτώσεως της εν λόγω εποχής υπάρχουν μόνον εις τους Λατινόφρονας, οίτινες έστρεψαν την προσοχήν των προς την φραγκολατινικήν, δηλαδή την λεγομένην Σχολαστικήν θεολογίαν, την οποίαν μετέφραζον με ιεραποστολικόν ζήλον προς διαφώτησιν τάχα των Ρωμηών.
Είναι δύσκολον σήμερον να καταλάβη κανείς πώς ήτο δυνατόν μορφωμένοι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι της εποχής του Παλαμά να δεχθούν την Σχολαστικήν θεολογίαν των Φραγκολατίνων εγκαταλείποντες ούτω τας βασικάς προϋποθέσεις της πατερικής θεολογίας.
Η σημερινή δυσκολία κατανοήσεως του ιστορικού φαινομένου των Λατινοφρόνων αυτών οφείλεται εις το γεγονός ότι οι σημερινοί Δυτικοί έχουν γενικώς αποκηρύξει την Σχολαστικήν ταύτην θεολογίαν ως μη Βιβλικήν.
Της γενικής γνώμης ταύτης προηγήθη η διάλυσις εις τον τομέα της συγχόνου φιλοσοφίας της Δύσεως των φιλοσοφικών προϋποθέσεων της Σχολαστικής θεολογίας.
Η Σχολαστική θεολογία είναι σήμερον έν άψυχον μνημείον το οποίον οι Δυτικοί απλώς θαυμάζουν ως μέρος της ιστορίας της φιλοσοφίας, της θεολογίας και των δογμάτων. Ούτω οι παλαιότεροι ισχυρισμοί των Φραγκολατίνων και των απογόνων των ότι η Σχολαστική θεολογία υπερέβη την Πατερικήν ουσιαστικώς εξηφανίσθησαν.
Όταν κατά τον 13ον και 14ον αιώνα ενεφανίσθησαν δια πρώτην φοράν μεταφράσεις εις την Ελληνικήν των έργων του Ιερού Αυγουστίνου και των φραγκολατίνων Σχολαστικών οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι θεολόγοι της πατερικής παραδόσεως αντέκρουσαν την Σχολαστικήν θεολογίαν βάσει των δογματικών προϋποθέσεων της πατερικής θεολογίας.
Πρέπει να τονισθή ότι ως κληρονόμοι άμεσοι κατά το δόγμα και την ευσέβειαν των αγίων Πατέρων ευκόλως απεδείκνυον ότι η Σχολαστική θεολογική μέθοδος ουδεμίαν ουσιαστικήν σχέσιν έχει με τας δογματικάς προϋποθέσεις της Αγίας Γραφής, των αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων.
Εκτός τούτου με ιδίαν και ίσως μεγαλυτέραν ευκολίαν απεδείκνυον ότι αν και εχρησιμοποίουν οι Σχολαστικοί τον Αριστοτέλην, ίνα στηρίξουν φιλοσοφικώς τα δόγματά των κατενόουν εσφαλμένως τον Σταγειρίτην και παρεμόρφωνον την φιλοσοφίαν του.8
Χωρίς να γνωρίζουν, οι εν τη Δύσει ειδήμονες περί της ιστορίας της φιλοσοφίας, την ρωμαίϊκην πατερικήν ταύτην αξιολόγησιν της Σχολαστικής φιλοσοφίας, συμφωνούν όλοι ότι οι Σχολαστικοί καθυποτάσσοντες τους Έλληνας φιλοσόφους Πλάτωνα και Αριστοτέλην εις τα φραγκικά δόγματα, παρεμόρφωσαν την ελληνικήν φιλοσοφίαν.
Ίσως καλόν είναι να τονίσωμεν ότι αν και οι Δυτικοί γενικώς αγνοούν τους ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας μετά τον Μέγαν Φώτιον, ως και τας απόψεις των περί της Σχολαστικής θεολογικής παραδόσεως, εν τούτοις η ροή των πραγμάτων εν τη Δύσει έφθασε σήμερον να δικαιώση πλήρως τους πολεμήσαντας, τον φραγκολατινικόν Σχολαστικισμόν, Ορθοδόξους του μεσαίωνος, αφού γενικώς συμφωνούν σήμερον οι Δυτικοί ότι η λεγομένη Σχολαστική θεολογία ούτε Βιβλική ήτο ούτε ορθήν κατανόησιν της ελληνικής φιλοσοφίας, κυρίως του Αριστοτέλους είχεν.
Εις τον ουσιαστικόν αφανισμόν της πατερικής θεολογικής μεθόδου από την ρωσσικήν θεολογίαν μεταξύ του ΙΗ' και ΙΘ' αιώνος και εις την εξασθένησιν αυτής εις την ελληνικήν θεολογίαν από της ελληνικής Επαναστάσεως συνετέλεσαν δύο κυρίως παράγοντες, α) το ότι υπέκυψαν οι εν λόγω Ρώσσοι και εν συνεχεία οι Έλληνες θεολόγοι εις την προπαγάνδα των Ευρωπαίων απογόνων των Φραγκολατίνων, ότι υπάρχει κοινή και ενιαία παράδοσις δογματική και θεολογική μεταξύ Δύσεως και Ανατολής μέχρι του 11ου αιώνος και ότι οι Παπικοί είναι και αυτοί όπως και οι Ορθόδοξοι αφοσιωμένοι εις τους λατινόφωνας και ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας των επτά Οικ. Συνόδων, β) το ότι ο ορθόδοξος μοναχισμός, όστις λέγεται και Ησυχασμός, κατεδιώχθη επισήμως εν Ρωσσία και σχεδόν εξηφανίσθη μέχρι της επαναφοράς αυτού μέσω Ρουμανίας εξ Αγίου Όρους.9
Εν συνεχεία εσημείωσε σοβαράν κάμψιν και υπέστη σοβαρόν κλονισμόν εν Ελλάδι μετά την Επανάστασιν του 1821.
Είναι δε αυτονόητον ότι, αφού ο μοναχισμός αυτός είναι ο κατ' εξοχήν φορεύς της πνευματικότητος εκείνης επί της οποίας στηρίζεται το οικοδόμημα της ορθοδόξου δογματικής θεολογίας, η κάμψις αυτού εν τη ζωή της Εκκλησίας και εν τη συνειδήσει των θεολόγων συνεπάγεται ανάλογον κάμψιν όσον αφορά εις την χρήσιν της πατερικής θεολογικής μεθόδου.
Τους δύο τούτους παράγοντας συνώδευσε μία ανάλογος ανάπτυξις θαυμασμού εκ μέρους των ορθοδόξων θεολόγων δια τον μοναχισμόν της φραγκολατινικής παραδόσεως.
Συνέπεια των ανωτέρω εξελίξεων εις την ρωσσικήν και μεταγενεστέρως εις την ελληνικήν θεολογίαν υπήρξεν ο παραμερισμός εις την σύγχρονον ορθόδοξον θεολογίαν της αυθεντίας των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, μετά τον Μέγαν Φώτιον, της Η' Οικ. Συνόδου του 879, και των εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδων του ΙΔ' αιώνος.
Ο παραμερισμός ούτος είχεν ως αποτέλεσμα την λήθην της υπό των εν λόγω Πατέρων δογματικής αξιολογήσεως της φραγκολατινικής σχολαστικής δογματικής παραδόσεως.
Οι πρώτον μελετήσαντες τους Σχολαστικούς, ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες, ουδόλως επίστευον ότι πρόκειται περί κοινής μετά της Ορθοδοξίας παραδόσεως.
Αντιθέτως έβλεπον σαφώς ριζικήν αντίθεσιν των Σχολαστικών εις τας βασικάς προϋποθέσεις της πατερικής δογματικής μεθόδου.10
Μάλιστα διεπίστωσαν οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες, ότι αι μεθοδολογικαί προϋποθέσεις των Σχολαστικών είχον σπουδαίας ομοιότητας με τας προϋποθέσεις της διδασκαλίας αιρετικών καταδικασθέντων υπό Οικ. Συνόδων.
Προς επάνοδον της συγχρόνου ορθοδόξου θεολογίας, εις τήν, υπό των μετά τον Μέγα Φώτιον ακμασάντων μεγάλων Πατέρων, αξιολόγησιν, της διακρινομένης από την δυτικήν θεολογικήν μέθοδον πατερικής θεολογίας, σπουδαίως συνετέλεσε μεταξύ άλλων η υπό του πρυτάνεως των συγχρόνων ορθοδόξων Δογματικών κ. Ιωάννου Ν. Καρμίρη, καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών, δημοσίευσις των Δογματικών και Συμβολικών Μνημείων της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας.

Δ' Τα ιστορικά πλαίσια της λατινόγλωσσης (της διακρινομένης από την φραγκολατινικήν παράδοσιν) και της ελληνόγλωσσης, ρωμαϊκής πατερικής θεολογίας
Πρέπει να τονισθή δεόντως, ότι κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνας γλώσσα της λατρείας και θεολογίας εν τη Δύσει ήτο η Ελληνική. Η λατινική γλώσσα εχρησιμοποιήθη εις την θεολογίαν και την λατρείαν δια πρώτην φοράν εις την Βόρειον Αφρικήν. Μόνον μεταγενεστέρως εμφανίζεται εις την Γαλλίαν και την Βόρειον Ιταλίαν ως γλώσσα της θεολογίας και της λατρείας. Μόλις κατά την εποχήν της Β' Οικ. Συνόδου (381) ήρχισε να αντικαθιστά η Λατινική την Ελληνικήν εις αυτήν ταύτην την Ρώμην. Σημειωτέον ότι η ελληνική γλώσσα διατηρείται μέχρι σήμερον εν τη Κάτω Ιταλία.
Μέχρι της εποχής της Γ' Οικουμενικής Συνόδου (431) οι ολίγοι, εν συγκρίσει με τους ελληνόφωνας, μεγάλοι λατινόφωνοι θεολόγοι, εξαιρέσει του Ιερού Αυγουστίνου, εγνώριζον απταίστως την Ελληνικήν. Τονίζομεν δε ότι ηκολούθουν κατά γράμμα και μεθ' υπερηφανείας και πεποιθήσεως την ελληνόφωνον ρωμαίϊκην πατερικήν παράδοσιν. Αναφέρομεν κατωτέρω παραδείγματα μεγάλων λατινοφώνων, μαθητών μεγάλων ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων.
Ο άγιος Αμβρόσιος,1 αρχιεπίσκοπος Μεδιολάνων, θεωρείται μαθητής και είναι μεταφραστής έργων του αγίου Βασιλείου και του Διδύμου του Τυφλού, συνεργάτου του Μεγάλου Αθανασίου.
Ο μέγιστος των μεγάλων λατινοφώνων Ρωμαίων άγιος Ιερώνυμος,2 ο οποίος διέμεινεν επί πολλά έτη εις την ελληνόφωνον Ανατολήν, όπου ησκήτευεν, μετέφρασεν εις τα Λατινικά ολόκληρον την Αγίαν Γραφήν από τα Εβραϊκά και τα Ελληνικά και βίους πολλών αγίων και πολλά συγγράμματα των ελληνοφώνων Ρωμαίων. Είναι τόσον πιστός εις τους διδασκάλους του, ώστε να αποβαίνη γνωστός δια την έλλειψιν πρωτοτυπίας.
Ο άγιος Ιερώνυμος υπήρξε μαθητής και φίλος του Γρηγορίου του Θεολόγου και εγνώρισεν εις την Β' Οικ. Σύνοδον μεταξύ άλλων και τον άγιον Γρηγόριον Νύσσης και με αυτόν εμελέτησε τα υπό του Νύσσης γραφέντα κατά των Ευνομιανών.
Ο φίλος του αγίου Ιερωνύμου, Ρουφίνος3 μετέφρασε συγγράμματα του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου, την Εκκλησιαστικήν Ιστορίαν του Ευσεβείου Καισαρείας, βίους αγίων, και έργα του Ωριγένους.
Ο άγιος Ιωάννης Κασσιανός,4 λατινόφωνος Ρωμαίος, πιθανόν εκ Γαλλίας, ησκήτευσεν εις τας ερήμους της Αιγύπτου και εχειροτονήθη εις Κωνσταντινούπολιν υπό του Πατριάρχου αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τον οποίον υπηρέτησεν ως διάκονος επί πέντε έτη. Ο Κασσιανός εδραίωσε τον ανατολικόν μοναχισμόν εις Γαλλίαν, όπου προ ημίσεως αιώνος περίπου είχε μεταφέρει αυτόν ως εξόριστος ο Μέγας Αθανάσιος.
Ο Κασσιανός εδίδαξεν εις Γαλλίαν και Ιταλίαν την μονολόγιστον αδιάλειπτον νοεράν προσευχήν5 και κατά παράκλησιν του Πάπα Ρώμης Κελεστίνου έγραψε σπουδαίον σύγγραμμα κατά της Νεστοριανικής αιρέσεως.6
Ο πρώτος εκ των μεγάλων λατινοφώνων θεολόγων, όστις ουδέποτε έμαθεν Ελληνικά, είναι ο σύγχρονος των αναφερθέντων λατινοφώνων Ρωμαίων ιερός Αυγουστίνος7 ο γνωστός εις την δυτικήν ιστορίαν ως μαθητής και πνευματικόν τέκνον του αγίου Αμβροσίου. Ούτος όχι μόνον δεν κατώρθωσεν ως μαθητής να μάθη τα Ελληνικά, αλλά και τα εμίσησεν, ως μας πληροφορεί εις τας Εξομολογήσεις του.8 Μεταγενεστέρως ως επίσκοπος έκαμε πάλιν μίαν προσπάθειαν να τα μάθη, αλλά χωρίς σπουδαία αποτελέσματα.
Αγνοών την ελληνικήν γλώσσαν, αλλά δυστυχώς και τας προϋποθέσεις της θεολογίας των Πατερών των Οικουμενικών Συνόδων Α' και Β' δεν ηδύνατο να μελετήση ούτε την Καινήν Διαθήκην, ούτε τα συγγράμματα των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων Ανατολής τε και Δύσεως. Αλλ' ουδέ ηδύνατο, εξ αιτίας των φιλοσοφικών και θεολογικών του προϋποθέσεων, να κατανοήση ορθώς τα συγγράμματα των λατινοφώνων Ρωμαίων, τα γραφέντα εντός των πλαισίων της ελληνοφώνου πατερικής παραδόσεως.
Επίσης πρέπει να σημειωθή ότι ο ιερός Αυγουστίνος ολίγην είχε γνώσιν της ελληνικής φιλοσοφίας, την οποίαν εγνώριζε μόνον από λατινικάς περιγραφάς και ελαχίστας μεταφράσεις. Είναι βέβαιον π.χ. ότι εδιάβασεν εν μεταφράσει τον Πλωτίνον και ίσως τον Πλάτωνα. Το χείριστον πάντως ήτο, ότι δεν ήτο καν εις θέσιν να παρακολουθήση την περί των φιλοσοφικών θεωριών κριτικήν των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων, οίτινες εγνώριζον κάλλιστα την σκέψιν των προγόνων των και ως εκ τούτου, ήσαν εις θέσιν να βελτιώσουν, ή να διορθώσουν αυτήν.
Εφιστώμεν την προσοχήν του αναγνώστου εις το ιστορικόν γεγονός, το οποίον χρήζει εξ επόψεως θεολογικής μεθόδου μεγάλης προσοχής, ότι ο Αυγουστίνος ήλθεν εις οξείαν θεολογικήν αντίθεσιν με τον μαθητήν του Χρυσοστόμου, τον άγιον Ιωάννην τον Κασσιανόν εις τα θέματα περί χάριτος, αμαρτίας, προορισμού και ελευθερίας.9
Επί έναν αιώνα σχεδόν συνεκρούοντο οι οπαδοί του Αυγουστίνου και του Κασσιανού, μέχρις ότου τω 529 η σύνοδος της αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Γαλλίας εν Αραουρίω (Orange) της Μασσαλίας κατεδίκασεν την διδασκαλίαν ταύτην του Αυγουστίνου. Ο 2ος κανών της Συνόδου ταύτης αναφέρεται εις το 5.12 της προς Ρωμαίους ως εξής: "Per unum hominem peccatum intravit in mundum [mundo], et per peccatum mors, et ita in omnes homines [mors] pertransiit, in quo omnes peccaverunt". Είναι φανερόν ότι δεν είναι η αμαρτία του Αδάμ που κληρονομείται αλλά ο θάνατος εφ' ω πάντες ήμαρτον. Με άλλα λόγια η Σύνοδος κατεδίκασεν την θέσιν του Αυγουστίνου ότι πάντες ήμαρτον εν τω Αδάμ. Κατά την εποχήν ταύτην οι Φράγκοι είχον κατακτήσει σχεδόν ολόκληρον την Γαλλίαν, οι Βισηγότθοι την Ισπανίαν και Νότιον Γαλλίαν, οι Βουργουνδοί τμήμα της Νοτίου Γαλλίας και οι Οστρογότθοι την Ιταλικήν χερσόνησον και την Δυτικήν Βαλκανικήν. Εξ αιτίας της δουλείας των λατινοφώνων Ορθοδόξων εις τους διαφόρους βαρβάρους κατακτητάς από του Ε' αιώνος, εξησθένησε σημαντικώς η λατινόφωνη θεολογία. Οι ελάχιστοι λατινόφωνοι θεολόγοι του ΣΤ' αιώνος δεν ήσαν πλέον εις θέσιν να ενδιατρίψουν ούτε εις την παλαιοτέραν, ούτε εις την νεωτέραν ελληνόφωνον ρωμαϊκήν θεολογίαν.
Η συνύπαρξις εις την Δύσιν της θεολογίας των Ρωμαίων Πατέρων και της θεολογίας του Αυγουστίνου συνεχίσθη μέχρι του Η' αιώνος κατά τρόπον μάλλον αρμονικόν, καθ' όσον αι μεν προϋποθέσεις της ρωμαίϊκης ελληνολατινικής βιβλικής πατερικής θεολογίας και πνευματικότητος επεκράτουν εις τους λατινοφώνους Ρωμαίους, αι δε της αυγουστινείου θεολογίας εις τους Φράγκους.
Ενώ κατά τον Ε' αιώνα εφάνη εν τη διαμάχη μεταξύ των θεολογιών Αυγουστίνου και Κασσιανού η μελλοντική διαφορά μεταξύ Ορθοδόξων και Φράγκων και εν συνεχεία μεταξύ Ορθοδοξίας και των πνευματικών απογόνων των Φράγκων, Παπικών και Προτεσταντών. Το πρώτον μόλις κατά τον 7ον αιώνα εγένετο γνωστόν εις την Ανατολήν, ότι οι λατινόφωνοι ωμίλουν περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και του Υιού. Τούτο ως έκφρασις υπάρχει εις τον άγιον Αμβρόσιον10 και ως διδασκαλία το πρώτον εις τον Αυγουστίνον.11 Εις τον Αμβρόσιον η εκ του Υιού εκπόρευσις σημαίνει την εν χρόνω πέμψιν του Αγίου Πνεύματος, αλλ' ουχί τον τρόπον της υπάρξεως Αυτού,12 ενώ εις τον Αυγουστίνον η εκπόρευσις σημαίνει και πέμψιν αλλά και τρόπον υπάρξεως.13 Η διδασκαλία του Αμβροσίου είναι ορθόδοξος ενώ του Αυγουστίνου δεν είναι.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, όστις έζησε τον 7ον αιώνα αρκετά χρόνια εις την Δύσιν, καθησυχάζει τους ελληνόφωνας Ρωμαίους με την πληροφορίαν, ότι οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι όταν ομιλούν περί εκπορεύσεως, υπό την έννοιαν της πέμψεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού, δεν παραδέχονται τον Υιόν ως αίτιον ή συναίτιον της υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος.14
Και πράγματι ουδέποτε εδέχθησαν εκουσίως, το Filioque εις το Σύμβολον της πίστεως, διότι εγνώριζον καλώς, ως συμπολίται των ελληνοφώνων Ρωμαίων της αυτοκρατορίας των εν Κωνσταντινουπόλει Ρωμαίων Βασιλέων, ότι εις το Σύμβολον της πίστεως ο όρος "εκπόρευσις", όπως και ο όρος "γέννησις", σημαίνει τρόπον υπάρξεως και δηλοί υποστατικόν ιδίωμα, ως θα ίδωμεν εν οικείω τόπω.
Κατά τον 8ον αιώνα όμως, οι Φράγκοι προσέθεσαν το Filioque του ιερού Αυγουστίνου εις το Σύμβολον της πίστεως, τη επιρροή προφανώς του πρώτου θεολόγου της παραδόσεώς των, του Αγγλοσάξωνος Αλκουΐνου, του οποίου η θεολογία ήτο σχεδόν αποκλειστικώς του Αυγουστίνου.15
Απαντώντες εις τας γενομένας τω 808 διαμαρτυρίας του Πάπα Ρώμης Λέοντος του Γ' και των ελληνοφώνων Ρωμαίων της Παλαιστίνης, οι Φράγκοι, ανεκήρυξαν τω 809, πέντε έτη μετά τον θάνατον του Αλκουΐνου, το Filioque εις δόγμα και κατεδίκασαν ως αιρετικούς τους αντιτιθεμένους προς αυτό.
Ως αναφέρομεν φραγκική θεολογική παράδοσις ουσιαστικώς δεν υπήρχεν ακόμη. Παρά ταύτα βάσει της θεολογίας του Αυγουστίνου ισχυρίσθησαν οι Φράγκοι, ότι αποτελεί το δόγμα αυτό μίαν πρόοδον εις την κατανόησιν του δόγματος περί Αγίας Τριάδος και δια τον λόγον αυτόν δεν συνεφώνησαν με τους Πάπας της Ρώμης και τους Πατριάρχας της Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, περί της ανάγκης αφαιρέσεως αυτού από το Σύμβολον. Ούτως εις εποχήν αγραμματωσύνης οι Φράγκοι εκήρυξαν την δογματικήν των υπεροχήν έναντι των λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων. Ούτως εθεμελιώθη ως αρχή της φραγκολατινικής παραδόσεως η υπεροχή της θεολογίας των Σχολαστικών έναντι των Πατέρων της Εκκλησίας. Δηλαδή ούτοι πρώτον εκήρυξαν την ανωτερότητα της θεολογικής των παραδόσεως και μετά εδημιούργησαν και εκαλλιέργησαν αυτήν. Έκτοτε το Filioque εγένετο μέρος της επεκτατικής πολιτικής των Φράγκων, οίτινες μέσω της ιδικής των ορθοδοξίας επεδίωκον την καθυπόταξιν και αφομοίωσιν των υπ' αυτών κατακτηθέντων λαών. Η φραγκική κυριαρχία τώρα συμπεριελάμβανε την Γαλλίαν, Γερμανίαν, Ελβετίαν, Αυστρίαν και την προ ολίγου κατακτηθείσαν Βόρειον και Μέσην Ιταλίαν.
Τονίζομεν πάλιν ότι, αφού πρώτον διεκήρυξαν οι Φράγκοι, ότι το περί Filioque δόγμα είναι πρόοδος εις την κατανόησιν του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος, μετά εγέννησαν την θεολογικήν των παράδοσιν γράφοντες τα "κατά των πλανών των Γραικών" (Contra errores Graecorum) περί τα μέσα του 9ου αιώνος.16
Όλοι οι επιστήμονες συμφωνούν σήμερον, ότι τα υπό των τότε Φράγκων γραφέντα εναντίον των ελληνοφώνων Ρωμαίων προς στήριξιν του Filioque, είναι κατωτέρας ποιότητος και ενδεικτικά του επιπέδου μορφώσεως των πρώτων θεολόγων της φραγκικής παραδόσεως.
Πάντως οι Φράγκοι ή δεν ηδυνήθησαν ή δεν ηθέλησαν να ακούσουν τον Μέγαν Φώτιον, τονίζοντα, ότι ο Αυγουστίνος και ο Αμβρόσιος είναι μόνον δύο μεταξύ εκατοντάδων αγίων Πατέρων της Εκκλησίας και ότι δεν επιτρέπεται μία τοπική Εκκλησία μόνη της να προσθέση τι ή να αφαιρέση τι εκ του Συμβόλου, το οποίον εδέχθησαν εις Οικουμενικάς Συνόδους και το οποίον χρησιμοποιούν όλαι αι αποδεχόμεναι τας Οικουμενικάς Συνόδους Εκκλησίαι.17
Μάλιστα ο Φώτιος εξέφρασε την αμφιβολίαν του περί της χειρογράφου παραδόσεως των έργων του Αυγουστίνου και του Αμβροσίου,18 προφανώς επί τη βάσει των πληροφοριών του Μαξίμου του Ομολογητού, ότι οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι δεν δέχονται τον Υιόν ως αίτιον ή συναίτιον της υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος.
Πρέπει να τονισθή δεόντως ότι η Εκκλησία της Ρώμης ταχθείσα παρά το πλευρόν των ελληνοφώνων Ρωμαίων έλαβε μέρος και εδέχθη επισήμως τας αποφάσεις της επί Μεγάλου Φωτίου συγκροτηθείσης Η' Οικ. Συνόδου τω 879, ήτις κατεδίκασε την περί Filioque διδασκαλίαν των Φράγκων ως και την υπό των Φράγκων απόρριψιν της Ζ' Οικ. Συνόδου.19 Επίσης πρέπει να τονισθή ότι οι Λογγοβάρδοι κατακτηταί της Βορείου Ιταλίας επέφερον βαθμιδόν αλλοίωσιν εις την εθνικήν και γλωσσικήν σύνθεσιν των βορειοανατολικών Λατινοφώνων, οίτινες συγχωνευθέντες μετά των Λογγοβάρδων εξελίχθησαν εις αυτό το οποίον εγένετο κατόπιν γνωστόν ως Ιταλικόν έθνος.
Κατά την καθ' όλου ροήν της εξελίψεως ταύτης αφωμοίωσαν και την Αρειανικήν των Λογγοβάρδων περιφρόνησιν δια την Κωνσταντινούπολιν και τας Οικουμενικάς αυτής Συνόδους ως και τον συγγενή ανθελληνισμόν των.
Αμιγείς κατά την γλώσσαν και τα εθνικά και θρησκευτικά φρονήματα λατινόφωνοι Ρωμαίοι υπήρχον, κατά την εν λόγω εποχήν, μόνον εις Μέσην και Κάτω Ιταλίαν.
Το γεγονός ότι η Κάτω Ιταλία και Σικελία ευρίσκοντο υπό το κράτος των Σαρακηνών εξησθένησε σημαντικώς την υπό της Κωνσταντινουπόλεως ενίσχυσιν των λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων Ορθοδόξων της Εκκλησίας της Ρώμης.
Εν όψει των κινδύνων εκ των Σαρακηνών και των Λογγοβάρδων οι λατινόφωνοι και ελληνόφωνοι Ρωμαίοι, εν τοις προσώποις του Πάπα και του ελληνόφωνου Ρωμαίου διοικητού των εν Ιταλία επαρχιών της Κωνσταντινουπόλεως, εστράφησαν δια βοήθειαν προς τους Φράγκους κατά τον 8ον αιώνα μη αξιολογήσαντες ορθώς τας επιπτώσεις.
Εξ επόψεως Δογματικής και Συμβολικής, μεγάλην σημασίαν έχει το γεγονός ότι με την κάθοδον των Φράγκων εις την Ιταλίαν συνέπεσαν η υπό των Φράγκων προσθήκη εις το Σύμβολον, η εν συνεχεία δογμάτισις αυτής, ως και η καταδίκη της Ζ' Οικ. Συνόδου.
Η ουσιαστική απουσία των ελληνοφώνων Ρωμαίων, εξ επόψεως πολιτικής και στρατιωτικής, είχεν ως αποτέλεσμα την εμφάνισιν μεταξύ των λατινοφώνων Ρωμαίων της Εκκλησίας της Ρώμης των λεγομένων Φραγκοφίλων, οίτινες αντιστοιχούν με τους Λατινόφρονας της Ανατολής.
Όπως οι Λατινόφρονες αποβλέποντες εις τους Φράγκους, ως εις εθνικούς σωτήρας έναντι του Τουρκικού κινδύνου, είχον διάθεσιν να υιοθετήσουν τας θεολογικάς και εκκλησιαστικάς των παραδόσεις, ούτω και οι Φραγκόφιλοι έναντι των κινδύνων εκ των Σαρακηνών και των Λογγοβάρδων.
Ο Πάπας Νικόλαος ο Α' ήτο ο πρώτος πραγματικός φραγκόφιλος Πάπας της Ρώμης.
Μετά τον Νικόλαον ολίγοι ήσαν οι φραγκόφιλοι Πάπαι της Ρώμης μέχρι τω 1009 ότε απεχώρησεν ο τελευταίος Ρωμαίος Πάπας της Ρώμης Ιωάννης ο ΙΗ' και έκτοτε περιήλθε κατ' αρχήν τη βιαία επεμβάσει των Τευτονοφράγκων αυτοκρατόρων η Εκκλησία της Ρώμης εις χείρας των Φραγκολατίνων (Γάλλων), Τευτονοφράγκων (Γερμανών) και Ιταλών.20
Μεταξύ των ετών 867 και 1009 οι φραγκόφιλοι Πάπαι ήσαν πολύ ολίγοι και ως επί το πλείστον δια της βίας επιβληθέντες. Και τούτο διότι κατά το 867 ο αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως Βασίλειος ο Α', ενεκαινίασεν επιτυχώς την ανάκτησιν της ελληνοφώνου Κάτω Ιταλίας και Σικελίας από τους Σαρακηνούς και ούτως ενέπνευσε και εις τους λατινόφωνας Ρωμαίους την ελπίδα επικειμένης απελευθερώσεως των από τον ζυγόν των Φράγκων και των Λογγοβαρδοϊταλών.
Ούτως εκτός από την περίοδον του 962-963 τη ενισχύσει της Κωνσταντινουπόλεως οι Ρωμαίοι εκράτησαν εις χείρας των τον θρόνον του Πάπα της Ρώμης και παρέμειναν πιστοί εις τας αποφάσεις των 8 Οικουμενικών Συνόδων μέχρι τω 1009, ότε η εκ νέου επέμβασις των Φράγκων επέφερε και το μόνιμον ιστορικόν αποτέλεσμα του έκτοτε αποκλεισμού από τον θρόνον του Πάπα των πραγματικών Λατινορωμαίων, οίτινες ήσαν και φανατικοί Ορθόδοξοι και εθεώρουν εαυτούς εθνικώς ταυτόν με τους ελληνόφωνας Ρωμαίους της Κάτω Ιταλίας και της Ανατολής.21
Ως κατακτηταί της Βορείου και Μέσης Ιταλίας και κυρίαρχοι της Ρώμης κατά περιόδους από του 8ου μέχρι του 11ου αιώνος ήθελον οι Φράγκοι να χρησιμοποίησουν το υφ' όλων ανεγνωρισμένον πρωτόθρονον του Πάπα Ρώμης και την λατινικήν γλώσσαν ως όργανα καθυποτάξεως, ενώσεως και αφομοιώσεως όλων των λαών εις μίαν φραγκορωμαϊκήν αυτοκρατορίαν. Προς τον σκοπόν, αυτόν, όμως, μετέβαλον τα υπό των Οικουμενικών Συνόδων θεσπισθέντα πρεσβεία τιμής του Πάπα Ρώμης εις το μέχρι τότε άγνωστον δόγμα περί της διοικητικής δικαιοδοσίας του Πάπα Ρώμης εφ' όλων των Εκκλησιών.
Το αποτέλεσμα του πρώτου σταδίου της δογματικής και πολιτικής διαμάχης μεταξύ των Φράγκων και των ελληνολατίνων Ρωμαίων, ήτο ότι το νέον περί Παπισμού δόγμα και ο Αυγουστίνος απετέλεσαν τα δύο σκέλη επί των οποίων εστηρίχθησαν η φραγκική επεκτατική πολιτική και η ανάπτυξις του φραγκικού πολιτισμού.
Ο Αυγουστίνος εγένετο δια τους Φράγκους ο μεγαλύτερος θεολόγος και Πατήρ της Χριστιανοσύνης, δηλαδή ό,τι είναι δια την Ορθοδοξίαν οι Τρείς Ιεράρχαι, Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Αξιοσημείωτον είναι το γεγονός ότι εις τα εγχειρίδια των Παπικών και των Προτεσταντών η εκλογή του Πάπα Ρώμης υπό του κλήρου και του λαού, της προ του 1009 ορθοδόξου και ρωμαϊκής πόλεως της Ρώμης, περιγράφεται ως αιχμαλωσία της Εκκλησίας εις τον λαόν (δηλ. τον ρωμαϊκόν) "από την οποίαν απηλλάγη η Εκκλησία της Ρώμης τη επεμβάσει αγίων Φράγκων αυτοκρατόρων".[22]
Εξ ίσου άξιον προσοχής είναι το γεγονός ότι περιέργως παρουσιάζονται ως ανήθικοι και Σιμωνιακοί οι Ορθόδοξοι και ελληνόφιλοι Πάπαι, ενώ οι φραγκόφιλοι Πάπαι είναι πάντοτε οι άγιοι.[23]
Φαίνεται ότι πρόκειται περί μιας εκ συστήματος συκοφαντικής τακτικής των Φράγκων, ήτις και υπήρξε το τρίτον σκέλος της επεκτατικής των πολιτικής.
Ως τέταρτον σκέλος της επεκτατικής ταύτης πολιτικής, οι Φράγκοι εις απόδειξιν της κατωτερότητος του λατινοφώνου και ελληνοφώνου ρωμαϊκού κλήρου εχρησιμοποίουν την φραγκικής προελεύσεως υποχρεωτικήν αγαμίαν του κλήρου, ήτις ευρίσκει δικαίωσιν μόνον εις τας προϋποθέσεις της αυγουστινείου θεολογίας περί πτώσεως, αμαρτίας, παθών, ελευθερίας, χάριτος και προορισμού.
Εφαρμόζοντες τας αντιλήψεις αυτάς οι προερχόμενοι εκ του φραγκικού μοναχισμού και δια της βίας εν Ρώμη εγκαθιστάμενοι τον 11ον αιώνα Πάπαι επέβαλλον την ποινήν του αφορισμού εις τους λαϊκούς τους κοινωνούντας από τας χείρας εγγάμων ιερέων.
Οι ελληνόφωνοι και λατινόφωνοι Ορθόδοξοι κληρικοί και μοναχοί και τα τέσσαρα εναπομείναντα ελληνόφωνα Πατριαρχεία των Ρωμαίων (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων), υπερήσπισαν τας ορθοδόξους παραδόσεις και κατεδίκασαν τας φραγκικάς ταύτας περί αγαμίας του κλήρου διδασκαλίας ως αιρετικάς.24
Εκ του γεγονότος τούτου φαίνεται σαφώς η δογματική διαφορά μεταξύ Ορθοδόξων και αυγουστινιανών Φραγκολατίνων εις τας περί πνευματικότητος προϋποθέσεις.
Ουδόλως πρέπει να γίνεται σύγχυσις μεταξύ του μοναχισμού και της πνευματικότητος των Φραγκολατίνων και του μοναχισμού και της πνευματικότητος της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Αξιοσημείωτον είναι το γεγονός ότι κατά τον 10ον και 11ον αιώνα υπήρχον, κατά πληροφορίας ίσως υπερβολικάς, περίπου 1500 ελληνόφωνα μοναστήρια και ησυχαστήρια κατεσπαρμένα από τας ελληνοφώνους επαρχίας της Κάτω Ιταλίας μέχρι και της Ρώμης, εξασκούντα μεγάλην πνευματικήν και εθνικήν επίδρασιν επί των λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων, ως φορείς της θεολογίας και πνευματικότητος των αγίων Πατέρων.25
Η θεολογία και πνευματικότης αύτη, ήτις εκαλλιεργείτο και εξεφράζετο κατ' εξοχήν εις τον μοναχισμόν αυτόν της Κάτω Ιταλίας, κυρίως από της εποχής της Εικονομαχίας ότε χιλιάδες καταδιωκόμενοι εν Ανατολή μοναχοί κατέφυγον εις την Κάτω Ιταλίαν προστατευόμενοι υπό των Ρωμαίων Παπών, ήτο η δύναμις εκείνη ήτις δεν επέτρεψεν εις τους Φράγκους να καταλάβουν θρησκευτικώς και εθνικώς τους λατινόφωνας και ελληνόφωνας Ρωμαίους και να αφομοιώσουν αυτούς.26
Ασφαλώς επηρεασμένοι οι Φράγκοι από την πνευματικήν δύναμιν του στρατεύματος αυτού των ορθοδόξων μοναχών, κατηνόησαν την αξίαν του δια τα γενικά επεκτατικά των σχέδια και ούτως εδόθη η ώθησις εις την ίδρυσιν κατά τον 10ον αιώνα (920) των πρώτων φραγκικών μοναστηρίων ή ταγμάτων,27 τα οποία εντός ολίγου έδωσαν εις τους Φράγκους, τους δυνατωτέρους και φανατικωτέρους πολεμιστάς κατά της Ορθοδοξίας.
Η θεολογία και η πνευματικότης αυτών εβασίζετο σχεδόν αποκλειστικώς εις τον ιερόν Αυγουστίνον και τας πλατωνικάς και άλλας προϋποθέσεις αυτού και ολίγην σχέσιν είχε με τον μοναχισμόν της λατινοφώνου και ελληνοφώνου ρωμαϊκής παραδόσεως.
Τα μοναχικά ταύτα τάγματα συνειργάσθησαν μετά των Τευτονοφράγκων (Γερμανών) αυτοκρατόρων δια την πνευματικήν κατάληψιν της Ρώμης και την εκρίζωσιν της λατινοφώνου και ελληνοφώνου ρωμαίϊκης ορθοδόξου επικρατίας εκ της Κάτω Ιταλίας.
Εν συνεχεία όμως μετά την εκδίωξιν των ορθοδόξων Ρωμαίων από τον θρόνον της Ρώμης και την εγκαθίδρυσιν Φράγκων και Ιταλών Παπών, μέλη του μοναχισμού τούτου επανεστάτησαν κατά των Γερμανοφράγκων αυτοκρατόρων και ανεκήρυξαν εις δόγμα την ελευθερίαν του θρόνου της Ρώμης έναντι της κοσμικής εξουσίας.
Ούτω το 1075 ο Πάπας Γρηγόριος ο Ζ' εκήρυξεν επανάστασιν κατά της επί του θρόνου της Ρώμης κυριαρχίας των Τευτονοφράγκων αυτοκρατόρων, ουχί όμως τη βοηθεία των Βασιλέων της Κωνσταντινουπόλεως, οίτινες επί δύο αιώνας εστήριζον και ενίσχυον το Πατριαρχείον της Ρώμης κατά των Φράγκων και των Λογγοβάρδων.
Μόλις προ τεσσάρων ετών, τω 1071 οι Νορμανδοί είχον ολοκληρώσει την κατάκτησιν των ελληνοφώνων επαρχιών της Κάτω Ιταλίας και οι Σελτζούκοι Τούρκοι είχον παγιώσει την εισβολήν των εις την Μικράν Ασίαν. Δεν ήσαν οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι πλέον εις θέσιν να επηρεάσουν τα εν Ρώμη πράγματα. Οι Νορμανδοί, όμως υιοθέτησαν την εκκλησιαστικήν περί Ρώμης πολιτικήν των ελληνοφώνων Ρωμαίων και συνεμάχησαν μετά του Γρηγορίου του Ζ' κατά του Γερμανοφράγκου Βασιλέως και των επεμβάσεων αυτού εν Ρώμη.
Αλλά ο Γρηγόριος ο Ζ' δεν υπήρξεν, ως οι προ του 11ου αιώνος Πάπαι, οπαδός της ελληνολατινικής ρωμαϊκής πατερικής θεολογίας και πνευματικότητος, αλλά φανατικώτατον γέννημα και θρέμμα του φραγκικού μοναχισμού.
Πάντως η επανάστασις αυτού συνετέλεσεν εις το να περιέλθη ο θρόνος του Πάπα εις τας χείρας των Ιταλών, όπου ευρίσκεται μέχρι σήμερον.
Ούτως οι Ρωμαίοι της Κάτω Ιταλίας εστερήθησαν, και έπαυσαν οριστικώς οι Ρωμαίοι να εκλέγωνται Πάπαι του πνευματικού κέντρου των.
Οι μεν λατινόφωνοι Ρωμαίοι με την πάροδον του χρόνου συνεχωνεύθησαν με τους Ιταλούς και απωλέσθη ούτως η λατινική γλώσσα ως γλώσσα των λατινοφώνων της Κάτω Ιταλίας. Οι δε ελληνόφωνοι Ρωμαίοι της Κάτω Ιταλίας διατηρούν την γλώσσαν των μέχρι σήμερον.
Αναφέραμεν το ιστορικόν τούτο σχεδιάγραμμα, ίνα τονίσωμεν ότι η Εκκλησία της Ρώμης και η Ορθοδοξία αυτής ουδέποτε απεσπάσθη δογματικώς από τα τέσσερα ελληνόφωνα ορθόδοξα Πατριαρχεία των Ρωμαίων της Ανατολής. Η Εκκλησία της Ρώμης ουδέποτε απεσχίσθη εκ της Ορθοδοξίας. Τουναντίον εξωντώθη δια της βιαίας καταλήψεως αυτής υπό των Φράγκων και των μη Ρωμαίων Ιταλών και ούτως εξηφανίσθη.
Αντεκατεστάθη η Εκκλησία των Ρωμαίων εν Ρώμη υπό της Εκκλησίας των Φράγκων.
Μετά την κατάληψιν του Πατριαρχείου των Ρωμαίων υπό των Λατινοφράγκων, Τευτονοφράγκων, και Ιταλών επήλθε μία σπουδαία δια την Δογματικήν και Συμβολικήν συγχώνευσις φραγκικών και λατινο-ρωμαϊκών δογματικών και συμβολικών παραδόσεων δια της αμοιβαίας υποχωρήσεως και επιδράσεως. Κατά τον 12ον αιώνα οι Φράγκοι εδέχθησαν τελικώς την Ζ' Οικ. Σύνοδον.29 Επειδή όμως η επί Μεγάλου Φωτίου Η' Οικ. Σύνοδος του 872 κατεδίκασε το φραγκικόν Filioque παρέμεινε φυσικώ τω λόγω απαράδεκτος εις τους Φράγκους.
Η αποδοχή όμως μιας Η' Οικ. Συνόδου ήτο τόσον ισχυρώς ριζωμένη εις την συνείδησιν των Λατινορωμαίων, οίτινες μετά φανατισμού παρέμειναν πιστοί εις αυτήν αρνούμενοι να προσθέσουν το Filioque εις το Σύμβολον επί δύο αιώνας, παρά την φραγκικήν εν Ιταλία παρουσίαν, ώστε εξελίχθησαν τα πράγματα εις τον συμβιβασμόν της υποκαταστάσεως της Η' του 879 υπό της καθαιρεσάσης τον Μέγαν Φώτιον και άρα αρεστής και αποδεκτής εις τους Φράγκους Συνόδου του 869, ήτις αναγνωρίζεται επισήμως μέχρι σήμερον εν τη Δύσει ως Η' Οικ. Σύνοδος.30 Ήτο φυσικόν να παραμείνουν εις την νέαν φραγκο-λατινορωμαϊκήν σύνθεσιν οι Ρωμαίοι Πατέρες οι ακμάσαντες προ της περί Filioque διαμάχης.
Δια τούτο οι Φραγκολατίνοι εθεώρουν τον άγιον Ιωάννην τον Δαμασκηνόν ως τον τελευταίον "Έλληνα" Πατέρα της Εκκλησίας, αφού οι μετά τον Δαμασκηνόν Ρωμαίοι Πατέρες επολέμησαν το Filioque και το κατεδίκασαν ως αίρεσιν. Μάλιστα η φραγκική αντίληψις περί σχίσματος και αιρέσεως του Μεγάλου Φωτίου και των ελληνοφώνων Ρωμαίων επεκράτησεν εις την νέαν σύνθεσιν και αι δογματικαί διαφοραί μεταξύ Φράγκων και λατινοφώνων Ρωμαίων μέχρι τω 1009 ημβλύνθησαν εις την δυτικήν ιστορίαν και σχεδόν ελησμονήθησαν. Αντικατεστάθησαν μάλιστα δια του τονισμού της προσπαθείας των Φράγκων να ελευθερώσουν την Εκκλησίαν της Ρώμης από την αμαρτίαν και την ακολασίαν των ρωμαϊκών οικογενειών, αίτινες εκυριάρχουν εις τας εκλογάς των Παπών και ήσαν προσκολλημέναι εις τους αιρετικούς ελληνόφωνας Ρωμαίους αυτοκράτορας της Κωνσταντινουπόλεως.31
Ίσως η μεγαλυτέρα δυσκολία εις την διαφοροποίησιν της ρωμαίϊκης πατερικής θεολογικής μεθόδου από την φραγκολατινικήν προκύπτει από το γεγονός, ότι οι Φραγκολατίνοι ουδέποτε ημφισβήτουν το κύρος των προ του Ιωάννου Δαμασκηνού ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων και των έξ Οικουμενικών Συνόδων. Κατά τον 12ον αιώνα η Ζ' Οικ. Σύνοδος και ο υπέρμαχος αυτής Ιωάννης ο Δαμασκηνός εγένοντο μέρος της φραγκικής παραδόσεως. Ασφαλώς ο μεγαλύτερος πειρασμός της ορθοδόξου θεολογίας από της εποχής των Λατινοφρόνων μέχρι σήμερον είναι να νομίζουν Ορθόδοξοι τινές ότι με τους σημερινούς Παπικούς έχομεν κοινήν αρχαίαν παράδοσιν μέχρι του 11ου αιώνος, ή τουλάχιστον μέχρι της εποχής του Μεγάλου Φωτίου.
Δια τούτο ακριβώς πρέπει να τονισθή η ιστορική διαφορά μεταξύ Λατινορωμαίων και Φραγκολατίνων.
Οι λατινόφωνοι και οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι είχον κοινήν παράδοσιν, όχι όμως οι Φράγκοι και οι Ρωμαίοι, τουλάχιστον από τον 8ον ή 9ον αιώνα, ότε οι Φράγκοι αφώρισαν τους μη αποδεχομένους το Filioque λατινοφώνους και ελληνοφώνους Ρωμαίους.
Ναι μεν η θεολογία των ελληνοφώνων Ρωμαίων παρέμεινεν, αλλά τυπικώς μόνον, εις την νέαν σύνθεσιν φραγκικών και λατινορωμαϊκών στοιχείων, μετά την υπό των Φράγκων κατάληψιν του Πατριαρχείου της Ρώμης, διότι δεν ηρμηνεύετο πλέον, ως συνέβαινε προηγουμένως εις τους λατινόφωνας Ρωμαίους, εντός των πλαισίων της ρωμαίϊκης πατερικής μεθοδολογίας και πνευματικότητος, αλλά τουναντίον υπό το πρίσμα των θεολογικών προϋποθέσεων της μεθοδολογίας και της πνευματικότητος του ιερού Αυγουστίνου.
Αξιοσημείωτον είναι το γεγονός της υπάρξεως μεταξύ των μη Φράγκων Γερμανών, των ανατολικών και δυτικών Γότθων και των Λογγοβάρδων, των δογματικών και λειτουργικών παραδόσεων των Αρειανών αι οποίαι συνεχωνεύθησαν εν καιρώ μετά της φραγκικής παραδόσεως. Εις αυτήν την συγχώνευσιν ήτο αδύνατον οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι να συμμετέχουν εφ' όσον ούτοι εταυτίζοντο εθνικώς και εκκλησιαστικώς με την Κωνσταντινούπολιν.
Πρέπει να τονισθή το γεγονός τούτο, ότι οι ελληνόφωνοι και λατινόφωνοι Ρωμαίοι της Μέσης και Κάτω Ιταλίας είχον, ως ήτο φυσικόν, και κοινάς λειτουργικάς παραδόσεις και τον ίδιον σεβασμόν δια τους ιερούς κανόνας των Οικ. Συνόδων. Υπήρχον ασφαλώς ωρισμέναι διαφοραί, αλλά ουχί σπουδαίαι. Όταν όμως οι Φράγκοι κατέλαβον το Πατριαρχείον της Ρώμης, μαζί με την υποχρεωτικήν αγαμίαν του κλήρου επέβαλον και τας φραγκικάς λειτουργικάς και κανονικάς παραδόσεις.
Ακριβώς δια τον λόγον αυτόν διεμαρτυρήθησαν οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι εν τω προσώπω κυρίως του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλαρίου, όχι μόνον δια το Filioque και την υποχρεωτικήν αγαμίαν του κλήρου, αλλά και δια τα λειτουργικά και περί νηστείας έθιμα τα οποία επέβαλον οι Φράγκοι Πάπαι δια της βίας επί των ελληνοφώνων και λατινοφώνων Ρωμαίων. Επομένως πολύ αδικούν τον Κηρουλάριον οι επιπλήττοντες αυτόν ξένοι αλλά δυστυχώς και Ορθόδοξοι δια τας επιθέσεις του κατά των Φράγκων εις τα πρακτικής φύσεως θέματα.33

Ε' Περί θεολογικής μεθόδου εν τοις πλαισίοις του σχίσματος των Φραγκολατίνων
Είμεθα δυστυχώς υποχρεωμένοι εκ των πραγμάτων να ασχολούμεθα με την ορθόδοξον πατερικήν δογματικήν μέθοδον εν τοις πλαισίοις του σχίσματος των Φραγκολατίνων, αφού είναι κοινώς ομολογουμένη υφ' όλων των συγχρόνων ορθοδόξων θεολόγων η επί της συγχρόνου ορθοδόξου θεολογίας επίδρασις της δυτικής (παπικής και προτεσταντικής) θεολογικής παραδόσεως.
Επομένως ο ακριβέστερος καθορισμός της ορθοδόξου δογματικής μεθόδου έχει σχέσιν ουσιαστικήν και ζωτικήν με την αποκάθαρσιν αυτής από τα ξένα προς αυτήν στοιχεία.
Εφ' όσον δε τα σήμερον επικρατούντα ξένα προς αυτήν στοιχεία είναι κυρίως φραγκολατινικής προελεύσεως, εξετάζομεν το φαινόμενον όπως είναι, ίνα φανή εάν υπάρχη ή όχι κοινή μεθοδολογική παράδοσις μεταξύ ελληνοφώνων και λατινοφώνων Ρωμαίων Πατέρων και εν συνεχεία, μεταξύ ελληνολατίνων Ρωμαίων Πατέρων και φραγκολατίνων Σχολαστικών.
Εξ αιτίας της συγχωνεύσεως και ταυτίσεως της φραγκικής και της λατινικής παραδόσεως μετά την υπό των Φράγκων τελειωτικήν κατάληψιν του Πατριαρχείου της Ρώμης συναρμολογήθησαν στοιχεία αντιφατικά, τα οποία έχουν εκ των υστέρων μίαν φαινομενικήν συνοχήν ήτις δεν υπήρχε ποτέ ιστορικώς.
Ούτως η φραγκική αντίληψις περί αιρέσεως και σχίσματος του Μεγάλου Φωτίου μετεφέρθη υπό των Φράγκων Παπών και μοναχών εις την Ρώμην από του 11ου αιώνος1 και έκτοτε επεκράτησε και εις την πνευματικήν αυτήν πρωτεύουσαν της Αυτοκρατορίας, ως προηγουμένως υπήρχεν εις την υπόλοιπον φραγκικήν δυτικήν Ευρώπην, η φραγκική παράδοσις, ότι το σχίσμα μεταξύ "Γραικών" και "Λατίνων" ήρχισεν ουσιαστικώς κατά τον 9ον αιώνα επί Μεγάλου Φωτίου, ο οποίος κατεπολέμησε το περί Filioque δόγμα.2
Αυτός ήτο ο λόγος της εμφανίσεως της δυτικής παραδόσεως περί δευτέρου σχίσματος και καταδίκης του Φωτίου. Ούτως ενεφάνιζον οι Δυτικοί τον Πάπαν Ιωάννην τον Η' πρώτον αποδεχόμενον τον Φώτιον και μετά αφορίζοντα αυτόν.3
Τα περί δευτέρου σχίσματος και καταδίκης του Μεγάλου Φωτίου της μεταγενεστέρας δυτικής παραδόσεως απορρίπτονται σήμερον υφ' όλων των ιστορικών.4
Αλλ' αι γενόμεναι προσπάθειαι εξηγήσεως της υπάρξεως του λεγομένου μύθου των Δυτικών περί δευτέρου σχίσματος και περί δευτέρας καταδίκης του Φωτίου κάμνουν έν σοβαρόν σφάλμα, διότι οι δυτικοί Χριστιανοί, Παπικοί και Διαμαρτυρόμενοι, αδυνατούν να συλλάβουν ή να λάβουν σοβαρώς υπ' όψιν το γεγονός, ότι ευρίσκοντο εν διαστάσει δογματική και εκκλησιαστική οι εν Ιταλία κυρίαρχοι Φράγκοι και οι κατακτηθέντες ορθόδοξοι λατινόφωνοι Ρωμαίοι.5
Κατά τον 9ον, 10ον και τας αρχάς του 11ου αιώνος οι ολίγοι εναπομείναντες αμιγείς λατινόφωνοι Ρωμηοί της περιοχής της Ρώμης είχον αποστροφήν προς τους Λογγοβάρδους και Φράγκους κατακτητάς και συνεχώς επανεστάτουν κατά της κυριαρχίας αυτών και κατά των υπό των Φράγκων επιβληθέντων Παπών καί, ως αναφέραμεν, τη βοηθεία της Κωνσταντινουπόλεως, μέσω των ελευθέρων ελληνοφώνων Ρωμαίων και του στρατεύματος αυτής εν τη Κάτω Ιταλία επεκράτησαν επί το πλείστον ελληνόφιλοι, δηλαδή Ρωμηοί λατινόφωνοι ορθόδοξοι Πάπαι μέχρι το 1009.6
Συντελεί εις την εν λόγω σύγχυσιν των δυτικών ιστορικών, α) η κατά καιρούς βιαία κατάληψις του θρόνου του Πάπα Ρώμης υπό φραγκοφίλων ή Φράγκων επισκόπων, τους οποίους οι δυτικοί ιστορικοί εμφανίζουν ως σωτήρας της Εκκλησίας από την κυριαρχίαν των λατινοφώνων Ρωμηών της Μέσης Ιταλίας ή της Ρώμης.
Πρέπει, λοιπόν, να τονισθή ότι επί Μεγάλου Φωτίου υπήρχε μόνιμον σχίσμα και συγχρόνως δεν έγινε δογματικόν σχίσμα. Δηλαδή πρέπει να ξεχωρίσωμεν σαφώς τους Φράγκους από τους λατινόφωνας Ρωμαίους. Η διάκρισις λησμονείται συνήθως διότι μεταξύ άλλων εχρησιμοποίουν οι Φράγκοι ως επίσημον γλώσσαν των την Λατινικήν και ως αποτέλεσμα της επί αιώνας προπαγάνδας των επεκράτησεν η ανιστόρητος παράδοσις αυτών ότι είναι ούτοι συνέχεια της λατινοφώνου ρωμαϊκής παραδόσεως.
Μεταξύ Φράγκων και Ορθοδόξων υπήρχεν επί Μεγάλου Φωτίου μόνιμον δογματικόν σχίσμα εξ αιτίας του Filioque και της Ζ' Οικ. Συνόδου.
Αλλά μεταξύ λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων ούτε υπήρχεν ούτε έγινεν επί Μεγάλου Φωτίου δογματικόν σχίσμα, αφού εις τα θέματα ταύτα του Filioque και της Ζ' Οικ. Συνόδου υπήρχεν απόλυτος συμφωνία.8
Οι λατινόφωνοι και οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι μέχρι του 1009 εθεώρουν αλλήλους ως ομοδόξους και ομοεθνείς και τους Φράγκους ως ετεροδόξους και ετερογενείς, ως φαίνεται σαφώς από τας κατά των Φράγκων αποφάσεις και τα πρακτικά της επί Μεγάλου Φωτίου Η' Οικ. Συνόδου περί εικόνων και Filioque,9 και ως φαίνεται τόσον σαφώς από το έργον των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, οι οποίοι εκήρυξαν το ορθόδοξον Σύμβολον εν αντιθέσει προς το φραγκικόν ως υπηρέται και αντιπρόσωποι των ορθοδόξων Παπών της Πρεσβυτέρας Ρώμης.10
Σημειωτέον ότι η υπό της Εκκλησίας της Ρώμης αναγνώρισις ως Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Ιγνατίου και η μη αναγνώρισις του Φωτίου είχε χαρακτήρα κανονικόν και ουχί δογματικόν, ως ακριβώς συμβαίνει με την εν συνεχεία αναγνώρισιν του Φωτίου υπό της Ρώμης.
Ο περί Filioque και Ζ' Οικ. Συνόδου αγών του Φωτίου εγένετο κατά των εν Βουλγαρία Φράγκων ιεραποστόλων και των φραγκοφίλων λατινοφώνων Ρωμαίων, αλλ' ουχί κατά της Εκκλησίας της Ρώμης, εν ή την μεγίστην πλειοψηφίαν και κυριαρχίαν είχον οι λατινόφωνοι Ρωμηοί, οίτινες εθεώρουν εαυτούς φυσικά, ως Ρωμαίους, δηλαδή Ρωμηούς, με αυτοκράτορα εν Κωνσταντινουπόλει ή Νέα Ρώμη.12
Ούτως εν τη εγκυκλίω επιστολή του προς τους της Ανατολής Αρχιερατικούς θρόνους ο Μέγας Φώτιος καταγγέλλει τους εν Βουλγαρία Φράγκους ιεραποστόλους και τους φραγκοφίλους λατινόφωνας Ρωμαίους επί αιρέσει,13 αλλά διαχωρίζει απ' αυτούς τον φραγκόφιλον Πάπαν Νικόλαον τον Α' δια τον οποίον αρκείται εις την κατ' αυτού περί τυρανίδος και ανατροπής εκκλησιαστικών θεσμών κατηγορίαν, ήτις έφθασεν εις Κωνσταντινούπολιν εξ Ιταλίας.14
Ο θάνατος του Πάπα Νικολάου του Α' τω 867 συνέπεσε με την έναρξιν της επανακτήσεως της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας εκ των Αράβων υπό του Βασιλείου του Α',14 και ούτω με την επάνοδον της ρωμαϊκής (τής Κωνσταντινουπόλεως) στρατιωτικής και πολιτικής ισχύος εν Ιταλία η δημιουργηθείσα υπό των φραγκοφίλων εν Ρώμη κατάστασις εξωμαλύνθη επί μίαν περίπου εκατονταετηρίδα μέχρι της στρατιωτικής επανόδου των Φράγκων κατά το 962-315 και της τελειωτικής κατά το 1009 σοβαράς εξασθενήσεως εν Ρώμη της ρωμαϊκής (ρωμαίϊκης) ισχύος.
Τα αναθέματα του 1054 δεν ήσαν λοιπόν ούτε η έναρξις, ούτε η αιτία του σχίσματος, ως ισχυρίζονται πολλοί, οίτινες διατείνονται ότι αι Εκκλησίαι Δύσεως και Ανατολής ήσαν ηνωμέναι παρά το εν τη Δύσει Filioque το οποίον έγινεν η πρόφασις και ουδέποτε υπήρξεν, ως ισχυρίζονται, η αιτία του σχίσματος.16 Μάλιστα διατείνονταί τινες των Δυτικών και των ημετέρων ότι τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων δεν μετείχον εις τα αναθέματα του 1054 μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως και άρα το τότε επιτελεσθέν σχίσμα δεν αφεώρα παρά μόνον την Κωνσταντινούπολιν και την Ρώμην.17 Μάλιστα ιστορικοί τινες ισχυρίζονται, βάσει εσφαλμένων μεταφράσεων, ότι ο Πέτρος Αντιοχείας διεφώνησε με τον Μιχαήλ Κηρουλάριον και δεν απεδέχθη την διαγραφήν του ονόματος του Πάπα από τα δίπτυχα της Αντιοχείας.18 Βάσει τούτου ισχυρίζονται ότι το ίδιον συνέβη μάλλον και εις την Αλεξάνδρειαν και τα Ιεροσόλυμα.
Ιδού όμως η ιστορική περί του θέματος πραγματικότης από τα δημοσιευθέντα εν τω δευτέρω τόμω του δοκιμίου τούτου σχετικά κείμενα,19 περί ών ησχολήθημεν και αλλαχού.20 Μετά τα γεγονότα των αναθεματισμών του 1054 ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλάριος περιέγραψε τα συμβάντα εις δύο επιστολάς του προς τον Πατριάρχην Αντιοχείας Πέτρον τον Γ'.21 Επειδή προ της πατριαρχείας του ο Κηρουλάριος ήτο εν δημοσία υπηρεσία και ουχί εντρυφής περί τα της εκκλησίας ιστορικά ενόμιζεν ότι το όνομα του Πάπα διεγράφη των διπτύχων από τον 7ον αιώνα22 και εις το σημείον αυτό ο Πέτρος τον διορθώνει.23
Πάντως είναι σαφές ότι ο Κηρουλάριος δεν διέγραψε το όνομα του Πάπα από τα δίπτυχα, αλλ' εκληρονόμησε το σχίσμα, δια το οποίον είχε την εντύπωσιν ότι ήτο πολύ παλαιόν.
Ότι πρόκειται περί πραγματικού σχίσματος φαίνεται σαφώς από την εξής προς Πέτρον έντονον φράσιν, "καί έκτοτε και μέχρι του νυν αποτμηθήναι της καθ' ημάς αγιωτάτης και Καθολικής Εκκλησίας τον Πάπαν".24
Αφού πρώτον διορθώνει τον Κηρουλάριον εις την αναφερθείσαν ιστορικήν παραδρομήν ο Πέτρος διαβεβαιοί ότι και εν Αντιοχεία δεν μνημονεύεται ο Πάπας από πολλών ετών. Μάλιστα κατά προσωπικήν του γνωριμίαν με το θέμα πληροφορεί ότι κατά ακριβώς την ιδίαν εποχήν διεκόπη το μνημόσυνο του Πάπα και εν Κωνσταντινουπόλει.
Ο Πέτρος γράφει, "επί δε τούτοις καγώ μάρτυς απαράγραπτος, και άλλοι σύν εμοί των της Εκκλησίας ελλογίμων πολλοί, ότι επί τω μακαρίτη Πατριάρχη Αντιοχείας κυρώ Ιωάννη, ο Πάπας της Ρώμης Ιωάννης και αυτός ακούων, εν τοις ιεροίς διπτύχοις ανεφέρετο".25
Πρόκειται δηλαδή περί του Πάπα Ιωάννου του ΙΗ' του τελευταίου Ρωμαίου και ελληνοφίλου ορθοδόξου Πάπα του παραιτηθέντος δι' άγνωστον σήμερον αιτίαν και εις μοναστήριον αποσυρθέντος τω 1009.26
Ο Πέτρος συνεχίζει, "καί εν Κωνσταντινουπόλει δε προ χρόνων τεσσαράκοντα και πέντε εισελθών, εύρον επί του μακαρίτου Πατριάρχου κυρού Σεργίου τον δηλωθέντα Πάπαν εν τη θεία μυσταγωγία μετά των άλλων Πατριαρχών αναφερόμενον. Όπως δε ύστερον η αυτού εξεκόπη αναφορά, και δι' ήν αιτίαν αγνοώ.27 Δηλαδή ο Πέτρος δεν γνωρίζει διατί διεκόπη το μνημόσυνον του Πάπα Ιωάννου ΙΗ', ενώ εμνημονεύετο.
Εξ άλλων πηγών γνωρίζομεν ότι παρητήθη28 και ότι ο διάδοχος αυτού ο Τοσκανός Πάπας Σέργιος Δ' δεν συμπεριελήφθη εις τα δίπτυχα, επειδή εις την επί τη ενθρονίσει αυτού συστατικήν επιστολήν προς τους της Ανατολής Πατριάρχας συμπεριέλαβε το Filioque.29
Εις την πρώτην προς Πέτρον επιστολήν του ο Κηρουλάριος ηρώτησεν, εάν αληθεύη η φθάσασα εις την ακοήν του φήμη ότι μνημονεύει τον Πάπαν εις τα δίπτυχα.30
Παραπονούμενος ο Πέτρος απήντησεν, "ότι προ εξετάσεως και τελείας καταλήψεως το μη γεγονός ως γεγονός εξ ακοής ματαίως παρέστησας. Πώς γαρ και έμελλον τέως αυτόν εγώ αναφέρειν τον Πάπαν, μη της κατά σε αγίας Εκκλησίας αναφερούσης αυτόν, τρόφιμος ών ταύτης και ζηλωτής ει και τις άλλος, έργω και λόγω τα ταύτης πρεσβεία σεμνύων και μεγαλύνων αεί;"31
Δια τούτο παρακάτω παραγγέλλει εις τον Κηρουλάριον, "αλλά περί μεν τούτων ούτως έχων, πλείον ουδέν σε βούλομαι περί της του Πάπα αναφοράς προσεξεργάσασθαι".32
Τα γραφόμενα ταύτα του Πέτρου απαντούν εις τους εμφανίσαντας τον Πατριάρχην Αντιοχείας ως διαφωνούντα προς τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Κηρουλάριον περί του μνημοσύνου του Πάπα και της υπάρξεως του σχίσματος και ισχυριζομένους ότι τα αναθέματα του 1054 είναι ναι μεν η αρχή του σχίσματος αλλά αφορούν μόνον εις τας Εκκλησίας Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως και ότι τα άλλα Πατριαρχεία παρέμειναν ηνωμένα μετά του Πάπα μη δίδοντα ούτε εις το Filioque σημασίαν.33
Αλλά και δια το Filioque ο Πέτρος παραμένων πιστός εις τας αποφάσεις της Η' Οικ. Συνόδου γράφει, "κακόν δέ, και κακών κάκιστον, η εν τω αγίω Συμβόλω προσθήκη ... Τους δε προστιθέντας τι ή αφαιρούντας τι, αναθεματίζομεν".34
Επομένως ο ισχυρισμός ημετέρων τινών ότι η απλή άρσις των αναθεμάτων του 1054 δύναται να έχη ως αποτέλεσμα την μετά των Παπικών μυστηριακήν κοινωνίαν και ένωσιν δεν ευσταθεί.
Επανερχόμενοι εις την προ του 1054 κατάστασιν πάλιν σχίσμα ευρίσκομεν από του 1009 μεταξύ των εν Ρώμη Φράγκων και των ελληνοφώνων Ρωμαίων εξ αιτίας του Filioque.
Επανερχόμενοι εις την προ του 1009 κατάστασιν άνευ του Filioque εν Ρώμη, ένωσιν ευρίσκομεν μεταξύ λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων, αλλά σχίσμα μεταξύ Φράγκων και Ορθοδόξων εξ αιτίας της Ζ' Οικ. Συνόδου και του Filioque.
Ούτω φαίνεται σαφώς ότι ο μόνος δυνατός τρόπος εξαλείψεως του σχίσματος είναι ουχί η άρσις των αναθεματισμών του 1054, αλλά η άρσις του Filioque και των προϋποθέσεων και αποτελεσμάτων αυτού. Εξ όλων των ανωτέρω φαίνεται σαφώς πώς κάμνουν μέγα σφάλμα οι νομίζοντες ότι η θεολογική μέθοδος και αι δογματικαί προϋποθέσεις της Ορθοδοξίας και εκείνων των απογόνων των Φραγκολατίνων, των γνωστών σήμερον εις ημάς ως Παπικών, είναι ταυτόν ή περίπου ταυτόν. Αντιθέτως δύναταί τις να στηρίξη την θέσιν ότι η φραγκολατινική παράδοσις ήτις έχει την αρχήν και την γένεσιν αυτής 1) εν τω προσώπω του Αλκουΐνου, 2) εν τη καταδίκη της Ζ' Οικ. Συνόδου, 3) εν τη προσθήκη του Filioque εις το Σύμβολον, 4) εν τη δογματίσει του Filioque και τω αφορισμώ των Ορθοδόξων και 5) εν τοις έργοις του 9ου αιώνος "κατά των πλανών των Γραικών" (Contra errores Graecorum),35 ουδέποτε ήτο, τουλάχιστον από του 8ου αιώνος, ηνωμένη ουσιαστικώς μετά της Ορθοδοξίας. Οι σήμερον ως δυτικοί χριστιανοί γνωστοί, Παπικοί και Προτεστάνται δεν είναι απόγονοι των Ρωμαίων Ορθοδόξων, οίτινες εξηφανίσθησαν και ως Εκκλησία και ως έθνος δια της βίας από την οθόνην της ιστορίας, μετά την τελειωτικήν πλέον κατάληψιν του Πατριαρχείου της Ρώμης υπό των Λατινοφράγκων, Τευτονοφράγκων και Ιταλών.
Μάλιστα εξ αιτίας της φανατικής ανθελληνικής αρχής και εξελίξεως του φραγκολατινικού πολιτισμού υπάρχουν κληρονομιθείσαι εις τον δυτικόν κόσμον μέχρι σήμερον ισχυραί προκαταλήψεις και παρανοήσεις περί της ιστορίας της Ορθοδοξίας, της Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως, και του μεσαιωνικού και νέου Ελληνισμού και του πολιτισμού αυτού.
Η ιστορία της ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δηλαδή της σήμερον γνωστής ως Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, δεν θεωρείται ως μέρος της ευρωπαϊκής ιστορίας και ασφαλώς δεν είναι. Οι φιλόσοφοι και θεολόγοι άγιοι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες της Ρωμηοσύνης ούτε καν αναφέρονται, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ως του Διονυσίου Αρειοπαγίτου εις τας υπό Δυτικών γραφομένας ιστορίας της φιλοσοφίας, ενώ περιγράφεται λεπτομερώς η φιλοσοφία των φραγκολατίνων θεολόγων (τών λεγομένων Σχολαστικών). Μόνον εις τας πατρολογίας, τας ιστορίας των δογμάτων και τας εκκλησιαστικάς ιστορίας ασχολούνται οι Δυτικοί με την ελληνόφωνον ρωμαϊκήν πατερικήν θεολογίαν και εμφανίζουν την προ του Δαμασκηνού περίοδον ως προετοιμασίαν δια την δήθεν ανωτέραν Σχολαστικήν περίοδον, και οσάκις ασχολούνται με τους μετά τον Δαμασκηνόν ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας θεωρούν αυτούς ως κατωτέρους των προηγουμένων, δηλαδή πτώσιν εκ της προτέρας καλυτέρας ποιότητος θεολογικήν σκέψιν. Εις την Δύσιν η λεγομένη Βυζαντινή ιστορία δεν διδάσκεται εις την Μέσην Εκπαίδευσιν. Εις την Αμερικήν ως Ρωμαϊκή ιστορία τελειώνει με τον Ιουστινιανόν. Εν συνεχεία γίνεται άλμα εις την ιστορίαν των Τούρκων με την κατάληψιν της Κωνσταντινουπόλεως.
Ενώ η Ελληνική ιστορία τελειώνει με τας ρωμαϊκάς κατακτήσεις, αρχίζει πάλιν τω 1821. Δηλαδή διδάσκεται η Τουρκική ιστορία και όχι η Βυζαντινή. Ούτε φαίνεται πουθενά το γεγονός ότι η ανατολική Ρωμαϊκή ή Βυζαντινή ιστορία είναι των Ελλήνων.
Η γενική αυτή περιφρόνησις των Ευρωπαίων και Αμερικανών πνευματικών απογόνων των Φραγκολατίνων, αλλά και δυστυχώς πολλών Ρώσσων προς τον μεσαιωνικόν ρωμαίϊκον πολιτισμόν και ο αντίστροφος θαυμασμός όλων δια τους αρχαίους Έλληνας, έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα εις τους Νεοέλληνας.
Αντί να καταφεύγουν ούτοι εις τας ιστορικάς των ρίζας, βάσει των οποίων οι Ρωμηοί του μεσαίωνος και της Τουρκοκρατίας περιεφρόνουν τον ανθελληνισμόν των Φραγκολατίνων και εθεώρουν εαυτούς ανωτέρους των αρχαίων Ελλήνων, καταφεύγουν δυστυχώς εις μίαν καταπληκτικήν απομίμησιν των Δυτικών, ήτις οδηγεί σταθερώς τον Νεοέλληνα εις πολιτιστικήν και πνευματικήν αυτοκτονίαν.
Εξ αιτίας τούτων των συμπλεγμάτων κατωτερότητος τα οποία δηλητηριάζουν τον ψυχολογικόν κόσμον πολλών Νεοελλήνων είναι δύσκολον, εάν όχι αδύνατον, εις τοιούτους κομπλεξικούς να εξοικειωθούν με την πνευματικότητα και την θεολογίαν των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων.
Ακριβώς επειδή η θεολογική μέθοδος των Πατέρων βασίζεται επί της ορθοδόξου πνευματικότητος, είναι αδύνατον ο κομπλεξικός και πνευματικώς δουλοπρεπής εις κάθε τι ξένον προς τον ρωμαίϊκον πολιτισμόν να καταλάβη, όπως είδαμεν και θα ίδωμεν, την πατερικήν θεολογίαν και πνευματικότητα.
Ασφαλώς το παλαιόν μίσος κατά των Ρωμηών σήμερον δεν υπάρχει εις την Δύσιν, αλλά υπάρχουν ισχυρώς και ζωντανώς τα αποτελέσματα αυτού εις τους πνευματικούς απογόνους των Φράγκων και μέσω αυτών εις τους εξαρτωμένους από τους ξένους Έλληνας διανοουμένους της "ελευθέρας" Ελλάδος.
Δυστυχώς πολλοί Έλληνες μορφωθέντες εις ξένα Πανεπιστήμια και ουχί υψηλής ποιότητος, πνευματικώς ανεξάρτητοι επιστήμονες, θεμελιούντες την έρευνάν των επί των πηγών αλλά επιλέγοντες τον εύκολον δρόμον της αντιγραφής των θεωριών των ξένων διδασκάλων των ή αποδεχόμενοι εξ αγνοίας τας θεωρίας αυτών εισήγαγον δυτικάς ιστορίας και ερμηνείας του ρωμαίϊκου πολιτισμού και της θεολογίας αυτού με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν εις πολλούς Νεοέλληνας αισθήματα κατωτερότητος όσον αφορά εις τον μεσαιωνικόν και νεώτερον Ελληνισμόν. Δηλαδή εκεί όπου έπρεπε να ιδούν ως αιτίαν και αφετηρίαν των περί ρωμαίϊκου πολιτισμού γνωμών των Δυτικών την φραγκικήν παράδοσιν η οποία εγένησεν την Δύσιν, βλέπουν οι σημερινοί Έλληνες όλως αφελώς ανύπαρκτον επιστημονικήν αντικειμενικότητα.
Συνεχώς βλέπει κανείς Έλληνας επιστήμονας να αναφέρωνται εις τας γνώμας των ξένων περί της συμβολής των αρχαίων Ελλήνων εις τον δυτικόν πολιτισμόν, χωρίς όμως, να αναφέρουν την περιφρόνησιν πολλάκις των ιδίων ξένων (π.χ. Toynbee) δια την Ρωμηοσύνην και τον ρωμαίϊκον αυτής πολιτισμόν, ως και την γνώμην των περισσοτέρων ξένων ότι οι σημερινοί Έλληνες δεν είναι απόγονοι των αρχαίων. Πάντως κατά τρόπον αφελή προσπαθούν οι εν λόγω Έλληνες να πηδήξουν από την γνώμην των ξένων περί της συμβολής των αρχαίων Ελλήνων εις τον δυτικόν πολιτισμόν εις το συμπέρασμα ότι η Ελλάς είναι όχι μόνον μέρος αλλά και μήτηρ της Ευρώπης, ωσάν να μη υπήρχε ποτέ ως μήτηρ αυτής ο φραγκολατινικός πολιτισμός, ωσάν να μη υπάρχουν ως απόγονοι αυτού τα παπικά (τά λεγόμενα ρωμαιοκαθολικά) και προτεσταντικά κράτη, και ωσάν να είναι ποτέ δυνατόν να γίνη σύγχυσις μεταξύ ρωμαίϊκου και φραγκολατινικού πολιτισμού.
Σημειωτέον ότι και οι Φράγκοι είχον πάρα πολύ μεγάλον θαυμασμόν δια τους αρχαίους Έλληνας, κυρίως δια τους φιλοσόφους Πλάτωνα και Αριστοτέλην, αλλά και περιφρόνησιν δια το Βυζάντιον όπως έχουν οι πνευματικοί απόγονοι αυτών.
Συνοψίζομεν τα πνευματικά εμπόδια δια μίαν σημερινήν επάνοδον εις την πατερικήν θεολογικήν μέθοδον, ήτις απαιτεί την απόλυτον εμπιστοσύνην του υποτακτικού μαθητευομένου θεολόγου εις τον φθάσαντα εις την εν Θεώ θεωρίαν θεολόγον προφήτην, απόστολον και Πατέρα της Εκκλησίας.
1) Οι Ρωμηοί είχον την απόλυτον πεποίθησιν ότι εις πολιτισμόν είχον πολύ ξεπεράσει τους αρχαίους Έλληνας και Ρωμαίους με τον συνδυασμόν α) της Ορθοδοξίας και β) του ό,τι καλόν εκληρονόμησαν από τους αρχαίους Έλληνας και Ρωμαίους προγόνους αυτών. Είχον περισσοτέραν σχέσιν με τον Μέγαν Αλέξανδρον, τους διαδόχους αυτού, και τους ελληνοποιηθέντας Ρωμαίους αυτοκράτορας παρά με την Αθήνα του Περικλέους και ως ιδανικόν είχον την ένωσιν της Ρωμηοσύνης εν τη Ορθοδοξία.
2) Αντιθέτως οι Φράγκοι και κατά την περίοδον μάλιστα της αγραμματωσύνης των επίστευον ως εθνικόν δόγμα, ότι οι ελληνόφωνοι και οι λατινόφωνοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως είναι πτώσις από την αρχαιοτέραν ελληνορωμαϊκήν εποχήν και εκήρυξαν εαυτούς ως τους πραγματικούς πνευματικούς Ρωμαίους και Ορθοδόξους και δια του κατακτηθέντος και υπ' αυτών διαμορφωθέντος Παπισμού επεδόθησαν εις την κατάκτησιν και την αντικατάστασιν της ρωμαίϊκης αυτοκρατορίας και της Εκκλησίας των ρωμαϊκών Πατριαρχείων της Ανατολής. Η ξένη θρησκευτική προπαγάνδα εν Ελλάδι και Ανατολή είναι απλώς η συνέχεια της προσπαθείας ταύτης των πνευματικών τούτων προγόνων της.
3) Οι Ρωμηοί της Φραγκοκρατίας και της Τουρκοκρατίας οι συνεχίσαντες να έχουν την πρώτην γνώμην περί υπεροχής του ρωμαίϊκου πολιτισμού είναι εκείνοι οίτινες δεν εφράγκεψαν και δεν ετούρκεψαν.
4) Οι μη έχοντες την πρώτην γνώμην είναι εκείνοι οίτινες εφράγκεψαν και ετούρκεψαν.
5) Εκτός από τους ζηλωτάς Ορθοδόξους της πατερικής παραδόσεως και από τους έχοντας γενικήν τινά πεποίθησιν εις τον ρωμαίϊκον πολιτισμόν, οι υπόλοιποι Νεοέλληνες ισχυρώς κλίνουν προς την περί Βυζαντίου και Ορθοδοξίας γνώμην των Φράγκων και νομίζουν ότι είναι Έλληνες βάσει της αφοσιώσεώς των εις την αρχαίαν Ελλάδα. Ούτοι όμως δεν είναι Έλληνες αλλά φιλέλληνες τύπου Ευρώπης, οίτινες καταδεκτικώς μόνον συμμετέχουν εις την συνεχιζομένην πνευματικήν παράδοσιν των Ρωμηών του μεσαίωνος και της Τουρκοκρατίας.
Ερωτώμεν, η περίπου επικράτησις μεταξύ των Ελλήνων διανοουμένων της περί Βυζαντίου γνώμης των πνευματικών απογόνων των Φράγκων εις τίνος την επιστημονικήν γνώμην εβασίσθη; Ασφαλώς εις αυτήν των απογόνων των Φράγκων εν τοις Πανεπιστημίοις της Φραγκίας (τής γνωστής μόνον εν Ελλάδι ως Γαλλίας), Γερμανίας, Ιταλίας, Αγγλίας, κ.τ.λ., όπου φωτίζονται οι καθηγηταί και διανοούμενοι της Ελλάδος είτε δια φοιτήσεως είτε δι' αναγνώσεως των έργων των κέντρων τούτων. Είναι καταπληκτική η αφέλεια των Ελλήνων, οίτινες επέτρεψαν εις εαυτούς να αποδεχθούν ως θαυμαστούς επιστήμονας αλλά και αυθεντικούς ερμηνευτάς, Ευρωπαίους καθηγητάς και συγγραφείς τω όντι μεγάλους και σπουδαίους αλλά φορείς της φραγκολατινικής παραδόσεως και των παραλλαγών αυτής, ως και της ερμηνευτικής περί ιστορίας, τέχνης, μουσικής, φιλολογίας, θεολογίας, φιλοσοφίας, κ.τ.λ. παραδόσεως αυτής.
Ερωτώμεν, ποίον έθνος επέτρεψε ποτέ εις τους ιστορικούς εχθρούς του ή εις τους απογόνους αυτών να εμφανίζωνται ως αντικειμενικοί ερευνηταί της πολιτιστικής, θρησκευτικής και πολιτικής του ιστορίας; Τας απόψεις των Τούρκων περί Ελλήνων ενστικτωδώς τας απορρίπτομεν, αλλά κρεμόμεθα από τα χείλη των πνευματικών απογόνων των Φράγκων εναγωνίως αναμένοντες μήπως καταδεκτικώς μας είπουν κάτι κολακευτικόν δια τους Βυζαντινούς και τους Νεοέλληνας.
Ερωτώμεν, διατί περιμένομεν πρώτα οι πνευματικοί απόγονοι των Φράγκων να θαυμάσουν κάτι το ρωμαίϊκον δια να επανέλθωμεν και ημείς εις θαυμασμόν τούτου; Αρχίζουν οι Δυτικοί να εκτιμούν την βυζαντινήν ιστορίαν; Αρχίζομεν από πίσω τους και ημείς, την βυζαντινήν τέχνην; Από πίσω και ημείς, την πατερικήν θεολογίαν; Από πίσω και ημείς, την βυζαντινήν μουσικήν; Από πίσω και ημείς, τους ρωμαίϊκους χορούς; Από πίσω και ημείς, την δυστυχώς λεγομένην δημοτικήν της υπαίθρου μουσικήν; Ευτυχώς ότι οι ξένοι ηγάπων πάντοτε την αρχαίαν Ελλάδα.
Εξ ίσου ίσως σπουδαίον εμπόδιον ψυχολογικόν εις την πραγματικήν επάνοδον του Νεοέλληνος εις τας ρωμαίϊκάς του ρίζας των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων είναι η εσφαλμένη βάσις της εν Ελλάδι συζητήσεως περί του που ανήκει πολιτιστικώς ο Ελληνισμός και ο συνδυασμός του θέματος τούτου με την συμμαχικήν πολιτικήν. Σήμερον επικρατεί η φιλοσοφία της απομιμήσεως του δυνατωτέρου συμμάχου και συνδυάζεται υπό ωρισμένων με την παράδοξον ιδέαν ότι τούτο είναι φυσικόν, εφόσον η αρχαία Ελλάς είναι μήτηρ του δυτικού πολιτισμού. Αλλ' όπως είδαμε ο ρωμαίϊκος πολιτισμός δεν ανήκει ούτε εις την Δύσιν, ούτε εις την Ανατολήν. Ιστορικώς το ερώτημα που ανήκει πολιτιστικώς η Ρωμηοσύνη είναι ανύπαρκτον, αφού οι Ρωμηοί εδημιούργησαν δια του συνδυασμού Ελληνισμού και Χριστιανισμού τον ρωμαίϊκον πολιτισμόν. Οι θέλοντες αλλαχού να ανήκουν Ρωμαίοι του παρελθόντος εφράγκεψαν ή ετούρκεψαν. Δι' αυτού τούτου του ερωτήματος "πού ανήκομεν" χωρίς να το καταλάβωμεν οδηγούμεθα εις νεωτέρας μορφάς φραγκέψεως και τουρκέψεως, και ούτως εις εθνικήν και ιδεολογικήν διάσπασιν και διάλυσιν.
Το σωστόν ερώτημα είναι όχι που ανήκομεν, αλλά ποίοι ανήκουν πνευματικώς εις την κληρονομίαν του ρωμαίϊκου πολιτισμού. Η απάντησις είναι όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί και κατ' επέκτασιν ολόκληρος η οικουμένη. Η Ρωμηοσύνη είναι η ζύμη δια την δημιουργίαν πραγματικώς παγκοσμίου πολιτισμού στηριζομένου επί του ακρογωνιαίου Λίθου όν απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες. Ο Κύριος της Δόξης θεραπεύων την ιδιοτελήν, φίλαυτον αγάπην δια της θεώσεως έθεσεν τα θεμέλια ενός όντως οικουμενικού πολιτισμού κατά την ημέραν της Πεντηκοστής. Δυστυχώς, όμως, ο Νεοέλλην φοβείται την ευθύνην της ηγεσίας του ρωμαίϊκου πολιτισμού αγνοών ουσιαστικώς τας ρίζας και τα θεμέλια αυτού. Ούτω καταφεύγει ο ηγέτης της Ρωμηοσύνης εις το να λέγη εις τον ηγέτην του φραγκολατινικού πολιτισμού "σύ είσαι πρώτος εγώ είμαι δεύτερος".
Εν συναρτήσει προς τα ανωτέρω και επί τω τέλει όπως γίνη καταληπτή η ρωμαίϊκη πατερική θεολογική μέθοδος, ήτις είναι προσιτή μόνον εις τους απόλυτον πεποίθησιν έχοντας εις την απλανή ορθόδοξον πνευματικότητα, πρέπει να γίνη και να τονισθή η σαφεστάτη διάκρισις μεταξύ α) του Ελληνισμού ως ρωμαίϊκου πολιτισμού και β) του φραγκολατινικού πολιτισμού και γ) της συγχρόνου τεχνολογικής και επιστημονικής προόδου, η οποία πρέπει να παύσει να λέγεται εν Ελλάδι πολιτισμός, ίνα καθορισθή σαφώς η επί των διακρίσεων τούτων βασιζομένη περαιτέρω διάκρισις μεταξύ των τομέων (1) εις ούς η Ρωμηοσύνη είναι ηγεσία και ουχί υποτελής (Ορθοδοξία, ελληνόφωνη ρωμαϊκή πατερική θεολογία, φιλοσοφία και πνευματικός ηρωϊσμός) ως και αι εκδηλώσεις αυτών εις τον κόσμον της τέχνης και των γραμμάτων με την υποχρέωσιν να κατευθύνη βάσει των παραδόσεων την πορείαν των εις όλον τον κόσμον μελών του ρωμαίϊκου πολιτισμού και της προσαρτίσεως εις αυτόν άλλων λαών, και (2) εις ούς η Ρωμηοσύνη είναι παράγων ουχί ηγετικός και εις ούς είναι ανάγκη επιβεβλημένη η Ρωμηοσύνη να ακολουθήση κατά τρόπον άριστον τους εις τους τομείς αυτούς αρίστους.
Παρατηρείται ότι ίσως από σύγχυσιν των δύο τούτων έχουν ισχυρώς μεταφερθή αισθήματα κατωτερότητος από τον (2) τομέα εις τον (1), εις βαθμόν ώστε η όλη ψυχοσύνθεσις του Νεοέλληνος να είναι δηλητηριασμένη από αίσθημα κατωτερότητος, το οποίον εκδηλούται εις αυτό το οποίον λέγεται "ξενομανία", αλλά ίσως είναι εις την πραγματικότητα "δουλοπρέπεια εις τους ξένους". Ουδέ ελαχίστη υποψία υπάρχει εις τους περισσοτέρους μορφωμένους και ιθύνοντας ότι υπάρχει ο πρώτος τομεύς εις όν η Ρωμηοσύνη προεξάρχει. Οι περισσότεροι οίτινες γνωρίζουν ότι υπάρχει, δεν γνωρίζουν τί ακριβώς σημαίνει το φαινόμενον τούτο και δεν του δίδουν πολλήν σημασίαν.
Πρέπει να τονισθή ότι όσον περισσότερον βαδίζει η ελληνική νεολαία προς τον υλισμόν και τον ηδονισμόν τόσον περισσότερον α) θα αναπτυχθή αδιαφορία και άγνοια δια τον πρώτον τομέα, και β) θα επικρατήση η πνευματική δουλεία εις τα κράτη τα διαθέτοντα περισσότερα υλικά αγαθά και ηδονήν. Ούτως όπως ετούρκεψαν τόσοι Ρωμαίοι δια τα πλούτη και την ηδονήν του ισλαμικού παραδείσου κατά την Τουρκοκρατίαν, ακριβώς το ίδιον κινδυνεύει να πάθη η νεολαία μιμουμένη τον εκφυλισμόν των Ευρωπαίων και των Αμερικανών.
Σήμερον κατήντησαν οι θεολόγοι της Δύσεως να αναζητούν κάποιο μήνυμα να απευθύνουν προς τον σημερινόν δυτικόν κόσμον, αλλά ουχί αντίθετον προς τα νέα περί ηδονής κρατούντα αλλά εν τω πνεύματι των νυν κρατούντων. Η εν τη Δύσει επανάστασις κατά της φραγκολατινικής αυγουστινείου πνευματικότητος είναι σχεδόν ολοκληρωτική, οδηγούσα μάλιστα εις τας αντιθέτους προϋποθέσεις τας ομοιαζούσας πώς με την ισλαμικήν πνευματικότητα εξ επόψεως τουλάχιστον ηδονισμού. Τούτο το νόημα έχει δια την Ορθοδοξίαν το εν κύκλοις της Δύσεως κίνημα της Νέας Χριστιανικής Ηθικής.
Εξ επόψεως ορθοδόξου δόγματος τοιούτον κίνημα προς τον ενδοκοσμικόν ευδαιμονισμόν της συγχρόνου δυτικής ηθικής έχει σαφώς ερείσματα αιρετικά και εντελώς ξένα προς την ορθόδοξον θεολογίαν. Και συμβαίνει τούτο όχι διότι η ορθόδοξος πνευματικότης έχει τι το κοινόν με την αυγουστίνειον πνευματικότητα. Τουναντίον η Ορθοδοξία και κυρίως οι ασκηταί αυτής διδάσκουν την φυσικότητα και ιερότητα της μεταξύ ανδρός και γυναικός εν τω μυστηρίω του γάμου ομιλίας και μάλιστα κατεδίκασαν ως αίρεσιν όχι μόνον την υποχρεωτικήν αγαμίαν του κλήρου των Φραγκολατίνων, αλλά και την διδασκαλίαν περί της μετά την χειροτονίαν αποχής εκ της ομιλίας ταύτης.36 Εν τη Ορθοδοξία ο έγγαμος βίος και ο άγαμος βίος δεν είναι αντιθέσεις εξ επόψεως της εν χάριτι ζωής των Ορθοδόξων ως συμβαίνει εις τον φραγκολατινικόν μοναχισμόν και εις την περί ιερωσύνης διδασκαλίαν αυτού.
Πάντως ίσως το μεγαλύτερον πρόβλημα το οποίον αντιμετωπίζει σήμερον το προ ολίγων ετών εμφανισθέν εν Ελλάδι κίνημα επανόδου εις την πατερικήν θεολογίαν και πνευματικότητα είναι το περί σέξ και πλούτου πρόβλημα νεαρών τινων, οίτινες θέλουν να θέσουν τους θεολόγους εκτός των πλαισίων του ασκητικού χαρακτήρος της αποστολικής και πατερικής θεολογίας. Δηλαδή αναζητούν μίαν Ορθοδοξίαν άνευ υποχρεώσεως να άρη κανείς τον εκούσιον σταυρόν του ίνα φθάση εις την θέωσιν. Θέλουν μίαν Ορθοδοξίαν, ήτις θα δώση την ευκαιρίαν να καταλάβουν τιμητικάς θέσεις θεολογούντες εις σαλόνια, γραφεία, σπουδαστήρια και γράφοντες συγγράμματα, ίνα αναδειχθούν και αναγνωρισθούν ως σπουδαίοι δυτικού τύπου επιστήμονες, προβληματίζοντες τα θεολογικά θέματα μακράν της εν Θεώ θεωρίας και της ασκήσεως των Πατέρων.

ΣΤ' Περί θεολογικής μεθόδου ειδικώτερον
Το παράδοξον της μη ασκητικής μεθόδου ήν προσπαθούν ούτοι να εφαρμώσουν εις την μελέτην της βιβλικής και πατερικής θεολογίας είναι ότι αύτη ουδόλως είναι επιστημονική. Δηλαδή εφ' όσον ο θεολόγος είναι ο χάριτι Θεού ευρεθείς είσω της λαμπρινής νεφέλης ή του λαμπρινού γνόφου και ο ούτως έχων την ιδίαν εμπειρίαν της δόξης του Θεού, ήν έχουν οι προφήται και απόστολοι, ως σαφώς εξηγεί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος συνοψίζων την διδασκαλίαν των Πατέρων, έπεται ότι ο μη ευρεθείς εν ταύτη τη εν Θεώ θεωρία δεν δύναται να έχη την γνώσιν ήν έχει ο θεούμενος.
Ούτως, εφ' όσον δεν είναι τις εις θέσιν να ανακρίνη τον θεούμενον αλλ' αντιθέτως ανακρίνεται ο ίδιος υπό του θεουμένου, δεν δύναται να γίνη ούτος ο αξιολογών και ο εξετάζων την εν Θεώ θεωρίαν του θεουμένου. Η αληθής επιστημονική μέθοδος απαιτεί, όπως ο ίδιος ο μελετητής της θεολογίας των προφητών και των αποστόλων έχη την γνωριμίαν ήν είχον ούτοι μετά του Θεού. Εάν δεν έχη προσωπικώς την ιδίαν ταύτην γνωριμίαν, τότε πρέπει τουλάχιστον να αρκεσθή εις την περί Θεού αυθεντίαν των εχόντων την χάριν της γνωριμίας ταύτης.
Ο μη έχων ιδέαν περί της υπό των προφητών και των αποστόλων εν Θεώ θεωρίας και μη δεχόμενος την αυθεντίαν των χάριτι Θεού εχόντων την θεωρίαν ταύτην και θεολογών κατά φαντασίαν, δεν δύναται να θεωρήται όχι μόνον στοχαστικώς ή διαλεκτικώς ορθόδοξος, αλλ' ούτε επιστήμων. Ακριβώς δια τον λόγον αυτόν οι ερμηνευταί και οι ιστορικοί των δογμάτων και δογματικοί της Δύσεως, οίτινες δεν έχουν ούτε εμπειρίαν της δόξης του Θεού, αλλ' ούτε και αμυδράν τινα ιδέαν περί της σημασίας της εις τους προφήτας, αποστόλους και αγίους φανερώσεως της εν Χριστώ δόξης του Θεού και της σχέσεως της φανερώσεως ταύτης με την ερμηνευτικήν της Αγίας Γραφής παράδοσιν των Πατέρων ως και με την δογματικήν διδασκαλίαν των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων, ουδέποτε δύνανται να θεωρηθούν πραγματικοί επιστήμονες περί των εν λόγω θεμάτων.
Είναι επιστημονικώς και λογικώς παράλογον να ισχυρίζεται κανείς ότι ο μη ορών την δόξαν του Θεού, ήν είδον οι προφήται και απόστολοι, και μη έχων ιδέαν περί της σημασίας της υπό των θεουμένων οράσεως ταύτης γνωρίζει την διδασκαλίαν των προφητών και αποστόλων καλύτερα και ακριβέστερα από τον αοράτως ορώντα χάριτι Θεού και ούτως εξ ιδίας εμπειρίας αγνώστως γνωρίζοντα τον Θεόν άγιον και Πατέρα της Εκκλησίας.
Εκ της επόψεως ταύτης ο καταδικάσας τας σχετικάς φραγκολατινικάς πλάνας του εκ Καλαβρίας Βαρλαάμ Αγιορειτικός Τόμος έχει σπουδαίαν σημασίαν, γράφων εν τη προς υπογραφήν εκ μέρους των Μονών κατακλείδι τα ακόλουθα, "ταύτα υπό των Γραφών εδιδάχθημεν, ταύτα παρά των ημετέρων πατέρων παρελάβαμεν, ταύτα δια της μικράς εγνώκαμεν πείρας, ταύτα και τον εν ιερομονάχοις τιμιώτατον και αδελφόν ημέτερον κύρ Γρηγόριον, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων συγγραψάμενον ιδόντες και αποδεξάμενοι ως ταις των αγίων ακριβώς εχόμενα παραδόσεσι, προς πληροφορίαν των εντυγχανόντων υπεγράψαμεν".1
Ούτως οι μοναχοί επικαλούνται εν τω Αγιορειτικώ Τόμω την ταυτότητα της υπό των προφητών, αποστόλων και Πατέρων εμπειρίας των περί Θεού δογμάτων και προσθέτουν ότι "ταύτα δια της μικράς εγνώκαμεν πείρας".
Ομιλών εντός της θεολογικής ταύτης ορθοδόξου παραδόσεως ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ως είδαμεν, περιγράφει την εκ της μιας θεότητος γινομένην τοις θεουμένοις έλλαμψιν ή θέαν ως "ενικώς διαιρουμένην και συναπτομένην διαιρετώς, ό και παράδοξον". Όπως είδαμεν, αναφέρει ως παράδειγμα την μετά του Μωϋσέως ανάβασιν των προκρίτων του Ισραήλ εις το όρος Σινά και τονίζει την ύπαρξιν βαθμίδων τελειώσεως και θεογνωσίας εις την κορυφήν των οποίων ίσταται ο είσω της νεφέλης γενόμενος Μωϋσής.
Οι εκτός της νεφέλης όμως είχον και αυτοί υπό διαφόρους μορφάς μέθεξίν τινα της προς τον Μωϋσέα αποκαλύψεως του Θεού. Ούτως η δόξα, η μεγαλειότης, ή η φωτεινή νεφέλη διαιρείται ενικώς και κατά την αξίαν συνάπτεται τοις αξίοις διαιρετώς. Δια τούτο τα χαρίσματα δεν είναι τα ίδια εις όλους.
Αλλά ίνα φθάση κανείς εις την εν Θεώ θεωρίαν πρέπει να οδεύση την μίαν και στενήν οδόν την εις πολλάς σχιζομένην και οδευομένην διαφοροτρόπως κατά τας βαθμίδας τελειότητος εις ας ευρίσκεται ο καθείς.
Ο άγιος Γρηγόριος κατηγορεί τους Ευνομιανούς ότι, "ώσπερ τίνα πενίαν, καταγνώντες του ημετέρου λόγου, πάσας τας άλλας οδούς αφέντες, προς μίαν ταύτην φέρεσθε και ωθείσθε την δια λόγου και θεωρίας, ως αυτοί οίεσθε, ως δε εγώ φημι, αδολεσχίας και τερατίας; Επιτιμάτω Παύλος υμίν, τούτο πικρώς ονειδίζων μετά την απαρίθμησιν των χαρισμάτων, εν οίς φησίν, μη πάντες απόστολοι; Μη πάντες προφήται; Και τα εξής. Έστω δε υψηλός σύ, και υψηλών πέρα, και υπέρ τας νεφέλας (ειρωνική νύξις του ότι υπερέβησαν οι Ευνομιανοί την δόξαν του Θεού και έφθασαν εις την ουσίαν Αυτού) ει βούλει, ο των αθεάτων θεατής, ο των αρρήτων ακροατής, ο μετά Ηλίαν μετάρσιος, και ο μετά Μωϋσέα θεοφανείας ηξιωμένος, και μετά Παύλον ουράνιος, τί και τους άλλους αυθημερόν πλάττεις αγίους και χειροτονείς θεολόγους, και οίον εμπνείς την παίδευσιν, και πεποίηκας λογίων αμαθών πολλά συνέδρια;"2
Πιθανόν οι Ευνομιανοί ισχυρίζοντο ότι είχον και αυτοί την θεωρίαν των αγίων, την χειροτονούσαν θεολόγους και ούτως εξηγούνται τα ανωτέρω λεχθέντα. Πάντως ο άγιος Γρηγόριος σαφώς ταυτίζει τον θεολόγον με τον άγιον.
Εν πάση περιπτώσει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αρχίζει την ουσιαστικήν ανασκευήν της αιρέσεως των Ευνομιανών με την είσω της νεφέλης εμπειρίαν του προφήτου, περί της οποίας ομιλεί ως προσωπικής του πείρας ως εξής, "τί τούτο έπαθον, ω φίλοι, και μύσται, και της αληθείας συνερασταί; Έτρεχον μέν, ως Θεόν καταληψόμενος, και ούτως ανήλθον επί το όρος, και την νεφέλην διέσχον, είσω γενόμενος από της ύλης και των υλικών, και εις εμαυτόν, ως οίόν τε, συστραφείς. Επεί δε προσέβλεψα, μόλις είδον Θεού τα οπίσθια,3 και τούτο, τη πέτρα, σκεπασθείς, τω σαρκωθέντι δι' ημάς Λόγω. Και μικρόν διακύψας, ου την πρώτην τε και ακήρατον φύσιν, και εαυτή, λέγω δη τη Τριάδι, γινωσκομένην, και όση του πρώτου καταπετάσματος είσω μένει, και υπό των χερουβίμ συγκαλύπτεται,4 αλλ' όση τελευταία και εις ημάς φθάνουσα. Η δε εστιν, όσα (ως) εμέ γινώσκειν, η εν τοις κτίσμασι, και τοις υπ' αυτού προβεβλημένοις και διοικουμένοις μεγαλειότης, ή, ως ο θείος Δαβίδ ονομάζει, μεγαλοπρέπεια.5 Ταύτα γαρ Θεού τα οπίσθια, όσα μετ' εκείνον εκείνου γνωρίσματα, ώσπερ αι καθ' υδάτων ηλίου σκιαί και εικόνες ταις σαθραίς όψεσι, παραδεικνύσαι τον ήλιον, επεί μη αυτόν προσβλέπειν οίόν τε, τω ακραιφνεί του φωτός νικώντα την αίσθησιν. Ούτως ουν θεολογήσεις, καν ής Μωσής, και Φαραώ Θεός, καν μέχρι τρίτου, κατά τον Παύλον, ουρανού6 φθάσης και ακούσης άρρητα ρήματα.7 Κάν υπέρ εκείνους γένη, αγγελικής τινός ή αρχαγγελικής στάσεώς τε και τάξεως ηξιωμένος. Κάν γαρ ουράνιον άπαν, καν υπερουράνιόν τι, και πολύ την φύσιν υψηλότερον ημών ή, και εγγυτέρω Θεού, πλέον απέχει Θεού και της τελείας καταλήψεως, ή όσον ημών υπεραίνει του συνθέτου, και ταπεινού, και κάτω βρίθοντος κράματος".8
Αυτή η μεγαλειότης και μεγαλοπρέπεια του Θεού η επηρμένη "υπεράνω των ουρανών" κατά τον αναφερθέντα υπό του Θεολόγου ψαλμόν Η' του Δαβίδ είναι τα εις τον Μωϋσέα αποκαλυφθέντα οπίσθια και γνωρίσματα του Θεού και ουχί η γνωστή μόνον εις την Αγίαν Τριάδα ουσία ή το πρόσωπον του Θεού. Είναι ουχί η πρώτη φύσις "άλλ' όση τελευταία και εις ημάς φθάνουσα ... η εν τοις κτίσμασι ... μεγαλειότης ... μεγαλοπρέπεια" του Θεού, ο τόπος του Θεού, και η δόξα και η ενέργεια και η βασιλεία Αυτού.
Είναι βασικόν δόγμα της Εκκλησίας και προϋπόθεσις της όλης δογματικής διδασκαλίας των Πατέρων ότι τα γνωρίσματα ταύτα του Θεού είναι διακρινόμενα μεν της ουσίας του Θεού ή της πρώτης Αυτού φύσεως, ως την ονομάζει ο Θεολόγος, αλλά δεν είναι κτιστά. Αντιθέτως είναι άκτιστα. Αν τα γνωρίσματα του Θεού ήσαν κτιστά και ο Θεός θα ήτο κτιστός, αφού η κάθε φύσις γνωρίζεται από τα φυσικά της γνωρίσματα και όχι από τα γνωρίσματα ετέρας ή ανομοίου ή και ομοίας ακόμη φύσεως.
Πάντως μεταξύ κτιστού και ακτίστου ούτε ομοιότης υπάρχει, ώστε κτιστά γνωρίσματα να αποτελούν γνωρίσματα του Θεού. Επομένως η υπό των Φράγκων και των απογόνων αυτών ερμηνεία των ανωτέρω λεχθέντων του Θεολόγου, καθ' ήν η "τελευταία και εις ημάς φθάνουσα (φύσις) ... μεγαλειότης ... και μεγαλοπρέπεια" είναι κτιστά γνωρίσματα του Θεού, αποτελεί παρερμηνείαν και επισήμως καταδικασθείσαν πλάνην.
Το εσφαλμένον της ερμηνείας των Δυτικών φαίνεται σαφώς από τα εξής δύο σημεία.
1) Οι Ευνομιανοί ίνα αποδείξουν το κτιστόν του Λόγου εταύτιζον την ουσίαν και ενέργειαν του Θεού Πατρός και διέκρινον απ' αυτήν την ουσίαν και ενέργειαν του Λόγου. Επί πλέον ισχυρίζοντο ότι η ουσία του Θεού απεκαλύφθη εν τοις ονόμασι Πατρότης, αγεννησία, κ.τ.λ. και ότι ως εκ τούτου οι θεολόγοι έχουν κατάληψιν της ακτίστου ουσίας. Εφ' όσον η ουσία του Θεού είναι η Πατρότης και η αγεννησία και ο Λόγος είναι εκ της βουλήσεως του Θεού γεννητός και άρα το αντίθετον από τον αγέννητον, είναι Ούτος όχι ομοούσιος ή ομοιούσιος αλλά ετερούσιος και ανόμοιος τω Πατρί.
2) Επίσης, ως θα αναπτύξωμεν εν οικείω τόπω, οι Ευνομιανοί, ακολουθούντες τους Αρειανούς πνευματικούς εξαδέλφους των, απέδιδον τα κτιστά γνωρίσματα της ανθρωπίνης φύσεως του Λόγου εις αυτήν ταύτην την προαιώνιον φύσιν του Λόγου, ίνα δια των κτιστών τούτων γνωρισμάτων αποδείξουν το κτιστόν της ουσίας του Λόγου. Δηλαδή, εφ' όσον κτιστά είναι τα φυσικά γνωρίσματα του Λόγου, έπεται ότι κτιστή είναι η φύσις Αυτού, κατά τους Αρειανούς και τους Ευνομιανούς.
Επομένως φαίνεται σαφώς ότι ο σκοπός των θεολογικών λόγων του Θεολόγου είναι να αποδείξη τα εξής:
1) Την διάκρισιν μεταξύ ακτίστου ουσίας και ακτίστου ενεργείας εν τω Θεώ.
2) Το ακατάληπτον τοις κτίσμασι της ουσίας του Θεού, γνωστής μόνον τη Αγία Τριάδι.
3) Το γνωστόν μόνον της ενεργείας του Θεού και των μετ' Αυτόν γνωρισμάτων Αυτού τοις προκρίτοις εν θεωρία διαβεβηκόσι.
4) Το άκτιστον του Λόγου και του Αγίου Πνεύματος εκ των ακτίστων γνωρισμάτων Αυτών.
5) Ότι τα κτιστά γνωρίσματα του Λόγου αποδίδονται ουχί εις την προαιώνιον φύσιν Αυτού, αλλά εις την εκ της Παρθένου ληφθείσαν και γεννηθείσαν κτιστήν φύσιν Αυτού.
Είναι σαφές ότι συμφώνως προς τας προϋποθέσεις ταύτας ο ισχυρισμός ότι τα εν προκειμένω γνωρίσματα και η μεγαλειότης και μεγαλοπρέπεια του Θεού είναι κτίσματα, θα είχον την παράλογον σημασίαν ότι η φύσις του Θεού ήν τα κτιστά δήθεν γνωρίσματα χαρακτηρίζουν, είναι και αυτή κτιστή.
Το σκεπτικόν του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου εις την ανάπτυξιν των κατά των Ευνομιανών επιχειρημάτων του φαίνεται σαφώς από τα συγγράμματα των άλλων Πατέρων, οίτινες έγραψαν κατά της εν λόγω αιρέσεως. Από τα πολλά πατερικά χωρία τα αναφερόμενα εις το εν προκειμένω θέμα, τα οποία δύναται ο αναγνώστης να διαβάση εις τα δημοσιευθέντα εν τω δευτέρω τόμω σελ. 226-342 Συμβολικά κείμενα, αναφέρομεν το εξής χαρακτηριστικόν του Μεγάλου Βασιλείου, "πώς ουν ου καταγέλαστον, το δημιουργικόν ουσίαν είναι λέγειν; Ή το προνοητικόν πάλιν ουσίαν; Ή το προγνωστικόν πάλιν ωσαύτως; Και απαξαπλώς πάσαν ενέργειαν, ουσίαν τίθεσθαι;"9 Ο Μέγας Βασίλειος σαφώς διδάσκει ότι η δημιουργική, προνοητική και προγνωστική ενέργεια του Θεού δεν είναι η ουσία του Θεού. Θα ήτο παράλογον να ισχυρισθή τις ότι εφόσον δεν είναι αι ενέργειαι αύται η ουσία του Θεού είναι άρα κτισταί.
Αναφέρομεν και άλλο χωρίον του Μεγάλου Βασιλείου εν ω πάλιν σαφώς διδάσκει τα ίδια περί ουσίας και ενεργείας εν τω Θεώ, "η δε θεία φύσις εν πάσι τοις επινοουμένοις ονόμασι, καθό εστι, μένει ασήμαντος, ως ο ημέτερος λόγος, ευεργέτην γαρ και κριτήν, αγαθόν τε και δίκαιον, και όσα άλλα τοιαύτα μαθόντες, ενεργειών διαφοράς εδιδάχθημεν, του δε ενεργούντος την φύσιν ουδέν μάλλον δια της των ενεργειών κατανοήσεως επιγνώναι δυνάμεθα. Όταν γαρ απιδιδώ τις τον λόγον εκάστου τούτων των ονομάτων, και αυτής της φύσεως περί ήν τα ονόματα, ου τον αυτόν αμφοτέρων αποδώσει λόγον. Ών δε ο λόγος έτερος, τούτων και η φύσις διάφορος. Ουκούν άλλο μεν εστιν η ουσία, ής ούπω λόγος μηνυτής εξευρέθη, ετέρα δε των περί αυτήν ονομάτων η σημασία, εξ ενεργείας τινός ή αξίας ονομαζομένων"10
Μάλλον δεν θα υπάρχη κανείς να ισχυρισθή ότι τα εν τω χωρίω τούτω δηλούντα ενεργείας του Θεού ονόματα ευεργέτης, κριτής, αγαθός και δίκαιος είναι δηλωτικά κτιστών ενεργειών του Θεού ή προσκαίρων ή κτιστών έργων του Θεού.
Μελετώντες οι Δυτικοί του μεσαίωνος τα έργα των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων κατά των Ευνομιανών περί του ακαταλήπτου της θείας ουσίας έκαμον την διάκρισιν μεταξύ γνώσεως και καταλήψεως και ισχυρίσθησαν ότι η ουσία του Θεού είναι μεν ακατάληπτος, αλλά ουχί άγνωστος.12
Δηλαδή ισχυρίζονται ότι οι Πατέρες διδάσκουν ότι ο άνθρωπος δια της μελέτης της κτίσεως, αλλά κυρίως δια της αποκαλύψεως γνωρίζει την ουσίαν του Θεού αλλά δεν καταλαμβάνει αυτήν, δηλαδή δεν έχει πλήρη γνώσιν αυτής ως έχει η Αγία Τριάς. Οι Πατέρες όμως διδάσκουν ότι η ουσία του Θεού είναι γνωστή μόνον εις την Αγίαν Τριάδα. Δεν λέγουν μόνον καταληπτή.13
Η ανύπαρκτος εις τους ελληνόφωνας και λατινόφωνας Ρωμαίους Πατέρας διάκρισις αυτή είναι αποτέλεσμα του φραγκολατινικού συνδυασμού της διδασκαλίας των Πατέρων και του Αυγουστίνου, όστις εν άκρα αντιθέσει προς τους λατινόφωνας και ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας και συμφωνών με τους Ευνομιανούς διδάσκει ότι ο σκοπός της θεολογίας είναι η μελέτη και η έρευνα περί της ουσίας του Θεού. Μάλιστα εις το "Περί Αγίας Τριάδος" έργον του αναγγέλει ότι, "δέν θα βραδύνω να ερευνήσω την ουσίαν του Θεού, είτε δια της Γραφής Αυτού, είτε δια του κτίσματος. Διότι αμφότερα ταύτα τίθενται προς θεωρίαν ημών δι' αυτόν τον σκοπόν, ίνα αναζητηθή ο Ίδιος, και αγαπηθή ο Ίδιος, όστις ενέπνευσε το έν, και έκτισε το έτερον".14
Φαίνεται ότι εις το θέμα αυτό ο Αυγουστίνος εδέχθη την επίδρασιν της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας εν συνδυασμώ με προϋποθέσεις Αρειανών και Ευνομιανών, ως θα ίδωμεν εν οικείω τόπω.
Σημειωτέον ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος επικαλείται την εν προκειμένω διδασκαλίαν του Πλάτωνος κατά των Ευνομιανών και εν συνεχεία ανατρέπει τον Πλάτωνα ειρωνικώς πώς λέγων, "Θεόν νοήσαι μέν, χαλεπόν, φράσαι δέ, αδύνατον, ώς τις των παρ' Έλλησι θεολόγων (Πλάτων),15 εφιλοσόφησεν, ουκ ατέχνως εμοί δοκεί, ίνα και κατειληφέναι δόξη το χαλεπόν ειπείν, και διαφύγη τω ανεκφράστω τον έλεγχον. Αλλά φράσαι μέν, αδύνατον, ως ο εμός λόγος, νοήσαι δέ, αδυνατώτερον".16
Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι ο ισχυρισμός του αγίου Γρηγορίου, ότι Θεόν φράσαι αδύνατον και νοήσαι αδυνατώτερον, αντίκειται εις τα προηγουμένως λεχθέντα του, καθ' ά οι θεολόγοι είναι οι εξητασμένοι και διαβεβηκότες εν θεωρία θα ενόμιζε κανείς ότι οι τοιούτοι θα έπρεπε να νοούν και να εκφράζουν τον Θεόν. Οι προφήται και οι απόστολοι δια της αποκαλύψεως δεν γνωρίζουν τον Θεόν; Και εν συνεχεία δεν μεταδίδουν την γνώσιν ταύτην εις τους ανθρώπους;
Η απάντησις εν τοις πλαισίοις της πατερικής θεολογίας είναι και ναι και όχι. Τούτο δε απλούστατα διότι μεταξύ Θεού και κτισμάτων δεν υπάρχει καμμία απολύτως ομοιότης. Επομένως δεν ισχύει το όμοιον γινώσκεται υπό του ομοίου. Ο νούς του ανθρώπου είναι κτιστός ως είναι και ο λόγος αυτού και αι αισθήσεις και δεν είναι της φύσεως του ανθρώπου να γνωρίζη τον Θεόν δια της εν Θεώ θεωρίας.
Είναι της φύσεως του ανθρώπου όμως να γνωρίζη δια της εν εαυτώ λογικής ενεργείας της ψυχής του περί της υπάρξεως του Θεού και περί τινών των ενεργειών Αυτού δια της αρμονίας και της ευταξίας εν τοις κτίσμασι. Μάλιστα ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός συνοψίζει την επί του θέματος πατερικήν παράδοσιν, όταν γράφη, ότι "η γνώσις του είναι Θεόν φυσικώς ημίν εγκατέσπαρται".
Το ότι ο άνθρωπος δύναται να γνωρίζη περί της υπάρξεως του Θεού και περί των ενεργειών του Θεού δεν σημαίνει ότι δύναται να νοήση και να εκφράση τον Θεόν. Το κτιστόν, είτε άνθρωπος, είτε άγγελος, δεν δύναται να κατανοήση τον Θεόν, ούτε να εκφράση με ονόματα Αυτόν.
Τον Θεόν δεν δύναται να νοήση ο άνθρωπος, διότι ο Θεός υπερβαίνει τον νουν και την λογικήν του ανθρώπου. Τον Θεόν δεν δύναται να εκφράση ο άνθρωπος, διότι δεν υπάρχει νόημα ή εικών κτιστή ομοία τω Θεώ, ώστε το όνομα αυτής να δύναται να εκφράση τον Θεόν. Και όταν ακόμη αποκαλύπτη ο Θεός Εαυτόν δια του Λόγου εν Πνεύματι Αγίω, ο Θεός γνωριζόμενος αγνώστως και ορώμενος αοράτως, υπεραισθητώς, υπερλογικώς και υπερνοητώς παραμένει εις τον θεούμενον προφήτην, απόστολον και άγιον μυστήριον, διότι ο Θεός είναι ο Εαυτόν γινώσκων ορών και νοών δια του θεουμένου, όστις τη χάριτι ταύτη του αυτοπτικού θείου φωτός18 ορά εν Θεώ δια του Θεού τον Θεόν. Εις την θέαν ταύτην της δόξης του Θεού μετέχει ολόκληρος ο άνθρωπος όστις όμως ορά ουχί δια του σώματος, ούτε δια της ψυχής, αλλ' ο Θεός ορά δια του θεουμένου Εαυτόν. Επίσης δια του Θεού ο θεούμενος γνωρίζει εαυτόν.
Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς γράφει περί τούτου τα εξής, "οράς όπως ουχ υπέρ αίσθησιν μόνον, αλλά και υπέρ τα όντα πάντα τούτό εστι το φως και ως υπερφυής η θεωρία αύτη; Νύν μεν γαρ αισθήσει και δια των όντων και των μεριστών συμβόλων, τότε δε υπέρ ταύτα γεγονότες, το αΐδιον φως αμέσως, μηδενός μεσιτεύοντος παραπετάσματος, οψόμεθα, ως και ο των τοιούτων ιεροτελεστής θειότατος εκφαντορικώς εξηγήσατο, "νύν μέν" γαρ φησι "βλέπομεν δι' εσόπτρου και εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον".19 Το δε "νύν" είπε, την δυνατήν και ανάλογον τη καθ' ημάς φύσει θεωρίαν δεικνύς, αυτός γαρ ταύτην υπεραναβάς, υπέρ αίσθησίν τε γεγονώς και νούν, είδε τα αόρατα και ήκουσε τα ανήκουστα, τον αρραβώνα της παλιγγενεσίας εκείνης και της κατ' αυτήν θέας λαβών εν εαυτώ, διό και έλεγεν, "οίδα", ακούσας και ιδών, ιδού αισθήσεως ενέργεια ταυτί δοκεί, αλλ' εκείνος αύθις είπεν ως "ουκ οίδα είτε νούς ήν, είτε σώμα το αισθόμενον", ώστε η αίσθησις αύτη υπέρ αίσθησιν και νουν εστιν, ηνίκα γαρ εκάτερον τούτων ενεργεί και ότι ενεργεί αισθάνεταί τε και νοεί, δια τούτο προσέθηκεν ότι "ο Θεός οίδεν", επεί ο Θεός ήν ο τότε ενεργών. Αυτός δέ, υπέρ άνθρωπον τη προς Θεόν ενώσει γεγονώς, δια του αοράτου εώρα τα αόρατα, μήτε του υπέρ αίσθησιν εκστάντα και ορατά τούτω γεγονότα".20
Η έλλαμψις και ο φωτισμός ούτος ως και η θέα της αποκαλύψεως δεν είναι νοημάτων και γνώσεως αλλ' υπέρ τα νοήματα και υπέρ την γνώσιν. "Τω μακαρίω δε Παύλω το ελλάμψον εν τη οδώ φώς, δι' ου και εις τρίτον ουρανόν ήρται και μυστηρίων αλαλήτων ακουστής εγένετο, ου νοημάτων τις και γνώσεως φωτισμός ήν, αλλά δυνάμεως του αγαθού Πνεύματος καθ' υπόστασιν εν τη ψυχή έλλαμψις ου την υπερβολήν της λαμπρότητος οι της σαρκός οφθαλμοί μη διενεγκόντες απετυφλώθησαν, δι' ου πάσά τε γνώσις αποκαλύπτεται και Θεός προς αλήθειαν τη αξία και φιλουμένη ψυχή γνωρίζεται".21
Τα ανωτέρω σημαίνουν σαφώς ότι η θεία φύσις είναι παντάπασι ανώνυμος, ανέκφραστος, απερίγραπτος, άγνωστος και απρόσιτος. Εν προκειμένω ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός συνοψίζων "Περί Θείων Ονομάτων" γράφει, "τό Θείον ακατάληπτον όν, πάντως και ανώνυμον έσται. Αγνοούντες ουν την ουσίαν αυτού, της ουσίας αυτού μη εκζητήσωμεν όνομα, δηλωτικά γαρ των πραγμάτων εστί τα ονόματα, αλλ' αγαθός ών ο Θεός, και επί μεθέξει της αγαθότητος παραγαγών ημάς εκ του μη όντος εις το είναι, και γνωστικούς ποιήσας ημάς, ώσπερ ου της ουσίας αυτού μετέδωκεν ημίν, ούτως ουδέ της γνώσεως της ουσίας αυτού. Αδύνατον γαρ φύσιν τελείως γνώναι την υπερκειμένην φύσιν. Ει δε και των όντων αι γνώσεις, το υπερούσιον πώς γνωσθήσεται; Δι' άφατον ουν αγαθότητα ηυδόκησεν εκ των καθ' ημάς ονομάζεσθαι, ίνα μη αμέτοχοι παντελώς ώμεν της αυτού επιγνώσεως, αλλ' έχωμεν καν αμυδράν αυτού έννοιαν. Καθό μεν ουν ακατάληπτός εστι, και ακατονόμαστος. Ως δε πάντων αίτιος, και πάντων των όντων τους λόγους και τας αιτίας εν εαυτώ προέχων εκ πάντων των όντων κατονομάζεται, και εκ των εναντίων, οίον φωτός και σκότους, ύδατος και πυρός, ίνα γνώμεν ότι ου ταύτα κατ' ουσίαν εστίν, αλλ' έστι μεν υπερούσιος και ακατονόμαστος, ως δε πάντων των όντων αίτιος, εκ πάντων των αιτιατών ονομάζεται".22
"Διό των θείων ονομάτων τα μεν αποφατικώς λέγεται δηλούντα το υπερούσιον οίον ανούσιος, άχρονος, άναρχος, αόρατος, ουχ ότι τινός ήττων εστίν ή τινος εστέρηται, αυτού γαρ εστι τα πάντα και εξ αυτού και δι' αυτού γέγονε και εν αυτώ συνέστηκεν, αλλ' ότι πάντων υπεροχικώς των όντων εξήρηται, ουδέν γαρ των όντων, αλλ' υπέρ πάντα εστί. Τα δε καταφατικώς λεγόμενα ως αιτίου των πάντων κατηγορείται,23 ως γαρ αίτιος πάσης ουσίας και πάντων των όντων λέγεται και Ών και ουσία, και ως αίτιος λόγου παντός και σοφίας λογικού τε και σοφού λέγεται λόγος και λογικός, σοφία και σοφός, ομοίως και νούς και νοερός, ζωή και ζών, δύναμις και δυνατός, και επί πάντων των λοιπών ομοίως, μάλλον δε εκ των τιμιωτέρων και πλησιαζόντων αυτώ οικειοτέρως ονομασθήσεται. Τιμιώτερα δε τα άυλα των υλικών και τα καθαρά των ρυπαρών και τα άγια των εναγών, και μάλλον αυτώ πλησιάζοντα, επεί και πλέον μετέχουσιν αυτού. Οικειότερον ουν μάλλον ονομασθήσεται ήλιος και φώς ήπερ σκότος, και ημέρα ήπερ νύξ, και ζωή ήπερ θάνατος, και πυρ και πνεύμα και ύδωρ ως ζωτικά ήπερ γή, και προ πάντων και πλέον αγαθότης ήπερ κακία, - ταυτόν δε ειπείν - ών ήπερ μη ών, το γαρ αγαθόν ύπαρξις και υπάρξεως αίτιον, το δε κακόν αγαθού ήτοι υπάρξεως στέρησις. Και αύται μεν αι αποφάσεις και καταφάσεις, γλυκυτάτη δε και η εξ αμφοίν συνάφεια οίον η υπερούσιος ουσία, η υπέρθεος θεότης, η υπεράρχιος αρχή και τα τοιαύτα. Εισί δε και τινα καταφατικώς επί Θεού λεγόμενα δύναμιν υπεροχικής αποφάσεως έχοντα οίον σκότος, ουχ ότι ο Θεός σκότος εστίν, αλλ' ότι ουκ έστι φώς αλλ' υπέρ το φώς".24
Εξ όλων των ανωτέρω έπεται ότι τα περί Θεού ονόματα εν τη Αγία Γραφή δεν έχουν σκοπόν να οδηγήσουν τον άνθρωπον εις νοήματα νοησιαρχικά και λογικά απέχοντα τόπον απολύτου γνώσεως του Θεού είτε της ουσίας είτε της ενεργείας Αυτού. Τα θεία ονόματα και τα διδάγματα του Χριστού, των προφητών και των αποστόλων έχουν ως μοναδικόν σκοπόν να προετοιμάσουν πνευματικώς τους ανθρώπους, τους γνωστικούς και πιστούς και να οδηγήσουν αυτούς εις την θέωσιν, δηλαδή εις την μετά Θεού και μετ' αλλήλων ένωσιν της εν Χριστώ θεωρίας της δόξης του Θεού, ήτις υπερβαίνει την λογικήν και νόησιν του ανθρώπου και ακόμη την νόησιν των αγγέλων.
Επομένως ο χρησιμοποιών εξωαγιογραφικά και εξωπαραδοσιακά κριτήρια εκ της φιλοσοφίας, εκ της ιστορίας, εκ της φιλολογίας, εκ της θρησκειολογίας, εκ της φαντασίας και εκ της θετικής λεγομένης επιστήμης, ίνα κατανοήση και εμβαθύνη εις την διδασκαλίαν και τα πνευματικής φύσεως γεγονότα της Αγίας Γραφής, είναι εκ των προτέρων καταδικασμένος εις εσφαλμένας ερμηνείας και αξιολογήσεις. Μόνον όταν έχη κανείς ως οδηγούς τους χάριτι Θεού πείραν έχοντας γνωστικούς, δύναται να αρχίση να βαδίζη τα πνευματικά στάδια κατανοήσεως της διδασκαλίας του Χριστού εν τη Παλαιά και Καινή Διαθήκη, εν τοις αγίοις Πατράσι και ταις Οικουμενικαίς και Τοπικαίς Συνόδοις, εφ' όσον είναι μέτοχος των αχράντων μυστηρίων με πνευματικόν πατέρα γνώστην γνωστικόν της παραδόσεως και φίλον του Θεού.
Τα ρητά και τα νοήματα της Αγίας Γραφής και των αγίων Πατέρων είναι τα μόνα μέσα δια των οποίων δύναταί τις να φθάση δια του Χριστού εις την υπερβαίνουσαν την γνώσιν εν Θεώ θεωρίαν, ήτις είναι η κατ' εξοχήν θεολογία. Συνοψίζομεν και ανακεφαλαιούμεν τας μέχρι τούδε εξετασθείσας προϋποθέσεις της θεολογίας ταύτης.
1) Η ουσία του Θεού είναι παντελώς άγνωστος, ακατάληπτος, ανώνυμος, αμέτοχος, απρόσιτος, άκτιστος.
2) Μόνον η φυσική της θείας ουσίας ενέργεια είναι μεθεκτή και υπεραισθητώς, υπερλογικώς, υπερνοητώς γνωστή εις τους θεουμένους.
3) Η μέθεξις και γνώσις αυτή της Θεότητος υπό των θεουμένων διαφέρει εις βαθμόν αναλόγως με το στάδιον τελειότητος.
4) Η χάρις του Θεού και η περί Θεού γνώσις φθάνει εις τους πιστούς μέσω των θεουμένων και των υπ' αυτών χειροτονουμένων.
5) Η περί Θεού γνώσις είναι εις τους εκτός της Ιεράς Παραδόσεως ανθρώπους έμφυτος, αλλά επειδή λείπει η αυθεντική περί Θεού μαρτυρία των εν θεωρία Θεού διαβεβηκότων προφητών, αποστόλων και αγίων είναι συγκεχυμένη και πεπλανημένη.
6) Επίσης εκτός της Ιεράς Παραδόσεως υπάρχει μέθεξις εις τας ακτίστους ενεργείας του Θεού, δηλαδή εις την δημιουργικήν, προνοητικήν και συνεκτικήν, ίσως εις την σωστικήν, αλλά ουχί εις την φωτιστικήν και θεωτικήν, εκτός εις ωρισμένας κατά τρόπον γνωστόν μόνον εις τον Θεόν περιπτώσεις.
7) Τα περί Θεού θεία ονόματα και νοήματα δεν ταυτίζονται μετά του Θεού, αλλά είναι ονόματα εκ των δημιουργημάτων του Θεού, δηλούντα τας σχέσεις του Θεού και τινας των εν τω κόσμω ενεργειών του Θεού. Ουδόλως δε έχουν τον σκοπόν να χρησιμεύσουν ως μέσα εμβαθύνσεως εις τα μυστήρια της πίστεως δια της λογικής κατανοήσεως αυτών.
8) Δια των θείων ονομάτων και των εν αυτοίς νοημάτων ο άνθρωπος οδηγείται εις την μετά του Θεού ένωσιν και δια της θεώσεως ταύτης γνωρίζει αγνώστως την υπέρ των ονομάτων και νοημάτων υπερβαίνουσαν πάντα τα κτιστά φώτα και σκότη δόξαν του Θεού, ήτις εστί γνόφος και φως ουδεμίαν σχέσιν ή ομοιότητα έχουσα με κτιστόν γνόφον και φώς.
9) Επομένως όχι μόνον η ουσία του Θεού είναι παντάπασιν ανόμοιος τοις κτίσμασι αλλά και η δόξα του Θεού, η υπό των θεουμένων μεθεκτή και η εν τω κόσμω συνεκτική των απάντων, είναι και αυτή παντάπασιν ανόμοιος τοις κτίσμασι και δια τούτο ακριβώς αποδίδονται εις αυτήν ονόματα αντίθετα ως φως και γνόφος.
Επομένως πρέπει να διορθωθή η πεπλανημένη ιδέα τινών ότι α) η αποφατική θεολογία αφορά εις την ουσίαν του Θεού και η καταφατική θεολογία εις τας ενεργείας του Θεού, β) ότι δεν γνωρίζομεν την ουσίαν του Θεού, αλλά γνωρίζομεν την ενέργειαν του Θεού, γ) ότι δεν υπάρχει αναλογία του όντος μεταξύ της ουσίας και των κτισμάτων, αλλά δήθεν υπάρχει μεταξύ της ενεργείας του Θεού και των κτισμάτων.
Εξ όλων των ανωτέρω τονίζομεν ότι α) τα αποφατικώς περί Θεού λεχθέντα αφορούν και εις τας ενεργείας του Θεού, β) ότι και η ενέργεια του Θεού υπερβαίνει την κτιστήν γνώσιν και νόησιν και ο μη θεούμενος δύναται να γνωρίση μόνον περί της υπάρξεως τινών τούτων, ως συμβαίνει εις τα περί υπάρξεως του Θεού, και γ) δεν υπάρχει αναλογία του όντος και ομοιότης όχι μόνον μεταξύ ακτίστου θείας ουσίας και κτισμάτων, αλλά ούτε μεταξύ ακτίστου θείας ενεργείας και κτισμάτων. Τούτο δε διότι τα θεία ονόματα είναι ειλημμένα από τα κτίσματα και όχι από τα άκτιστα, ως πιστεύουν οι οπαδοί του Μωάμεθ, ούτε υπάρχει αναλογία όντος μεταξύ των εν τοις ονόμασι νοημάτων και των ακτίστων ενεργειών του Θεού.
Επειδή κυκλοφορεί η θεωρία Ρώσσου τινος θεολόγου24 ότι δια τον άγιον Γρηγόριον Νύσσης ο γνόφος είναι "όνομα δηλούν την ακαταληψίαν μόνον του Θεού", παραθέτομεν τα εξής του αγίου Πατρός, εις ά φαίνεται σαφώς, ότι συμφωνεί απόλυτα με τον άγιον Ιωάννην Δαμασκηνόν, τον Διονύσιον τον Αρειοπαγίτην25 και άλλους Πατέρες26 εις την ταύτησιν γνόφου και φωτός ως και εις όλα τα ανωτέρω λεχθέντα.
"Τί δε δη βούλεται το εντός γενέσθαι του γνόφου τον Μωϋσέα και ούτως εν αυτώ τον Θεόν ιδείν; Εναντίον γαρ δοκεί πως είναι τη πρωτή θεοφανεία το νυν ιστορούμενον. Τοτέ μεν γαρ εν φωτί, νυν δε εν γνόφω το Θείον οράται. Μηδέ τούτο του ειρμού των κατ' αναγωγήν ημίν θεωρηθέντων απάδειν νομίσωμεν. Διδάσκει γαρ δια τούτων ο λόγος ότι τής ευσεβείας η γνώσις φώς γίνεται παρά την πρώτην οίς αν εγγένηται. Διότι το εξ εναντίου τη ευσεβεία νοούμενον σκότος εστίν, η δε αποστροφή του σκότους τη μετουσία του φωτός γίνεται. Προϊών δε ο νούς και δια μείζονος αεί και τελειοτέρας προσοχής εν περινοία γινόμενος τής των όντων κατανοήσεως, όσω προσεγγίζει μάλλον τη θεωρία, τοσούτω πλέον ορά το τής θείας φύσεως αθεώρητον.
Καταλιπών γαρ πάν το φαινόμενον, ου μόνον όσα καταλαμβάνει η αίσθησις, αλλά και όσα η διάνοια δοκεί βλέπειν, αεί πρός το ενδότερον ίεται, έως αν διαδύη τη πολυπραγμοσύνη τής διανοίας πρός το αθέατόν τε και ακατάληπτον κακεί τον Θεόν ίδη. Εν τούτω γαρ η αληθής εστιν είδησις του ζητουμένου και εν τούτω το ιδείν εν τω μη ιδείν, ότι υπέρκειται πάσης ειδήσεως το ζητούμενον, οίόν τινι γνόφω τη ακαταληψία πανταχόθεν διειλημμένον. Διό φησι και ο υψηλός Ιωάννης, ο εν τω λαμπρώ γνόφω τούτω γενόμενος, ότι, Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε, ου μόνον τοίς ανθρώποις, αλλά και πάση νοητή φύσει τής θείας ουσίας την γνώσιν ανέφικτον είναι τη αποφάσει ταύτη διοριζόμενος.
Ότε ουν μείζων εγένετο κατά την γνώσιν ο Μωϋσής, τότε ομολογεί τον Θεόν εν γνόφω ιδείν, τουτέστι τότε γνώναι ότι εκείνό εστι τη φύσει το Θείον ό πάσης γνώσεώς τε και καταλήψεώς εστιν ανώτερον. Εισήλθε γάρ, φησί, Μωϋσής εις τον γνόφον, ου ήν ο Θεός. Τίς ο Θεός; Ός έθετο σκότος αποκρυφήν αυτού, καθώς φησι Δαβίδ,27 ο εν τω αυτώ αδύτω μυηθείς τα απόρρητα".28
"Ο δε εκεί γεγονώς," συνεχίζει ο Νύσσης, "ά προεπαιδεύθη δια του γνόφου, πάλιν δια του λόγου διδάσκεται, ως άν, οίμαι, παγιώτερον ημίν το περί τούτου γένηται δόγμα, τη θεία φωνή μαρτυρούμενον. Απαγορεύει γαρ εν πρώτοις ο θείος λόγος πρός μηδέν των γινωσκομένων ομοιούσθαι παρά των ανθρώπων το Θείον, ως παντός νοήματος, του κατά τινα περιληπτικήν φαντασίαν εν περινοία τινί και στοχασμώ τής θείας φύσεως γινομένου, είδωλον Θεού πλάσσοντος και ου Θεόν καταγγέλλοντος." 29
Η προϋπόθεσις αυτή, ότι η ταύτησις παντός νοήματος με την υπερβαίνουσαν πάσαν κτιστήν πραγματικότητα θείαν υπερούσιον κρυφιότητα είναι είδος ειδωλολατρείας, είναι βασικόν δόγμα της ορθοδόξου θεολογίας.29α
Εκείνος όστις υπέρ παντός άλλου Πατρός ετόνισε τούτο, είναι ίσως ο άγιος Διονύσιος ο Αρειοπαγίτης. Αφού πρώτον ησχολήθη με το κεφάλαιον, "ότι ουδέν των αισθητών ο παντός αισθητού καθ' υπεροχήν αίτιος"30 αναπτύσσει εν συνεχεία εν τω κεφαλαίω, "ότι ουδέν των νοητών ο παντός νοητού καθ' υπεροχήν αίτιος" τα εξής, "αύθις δε ανιόντες λέγομεν, ως ούτε ψυχή εστιν, ούτε νούς (λεχθέντα ασφαλώς εν τοις πλαισίοις των αυτών λεχθέντων υπό Χρυσοστόμου31 εναντίον των πλατωνικών), ούτε φαντασίαν, ή δόξαν, ή λόγον, ή νόησιν έχει, ουδέ λόγος εστίν, ούτε νόησις, ουδέ λέγεται ούτε νοείται, (ακριβώς ότι λέγει ο Θεολόγος κατά Πλάτωνος, "φράσαι μέν, αδύνατον ... νοήσαι δέ, αδυνατώτερον"32) ούτε αριθμός εστίν, ούτε τάξις, ούτε μέγεθος, ούτε σμικρότης, ούτε ισότης, ούτε ανισότης, ούτε ομοιότης ή ανομοιότης, ούτε έστηκεν, ούτε κινείται, ούτε ησυχίαν άγει, ούτε έχει δύναμιν, ούτε δύναμις εστιν, ούτε φώς, ούτε ζή, ούτε ζωή εστιν, ουδέ ουσία εστίν, ούτε αιών, ούτε χρόνος, ουδέ επαφή εστιν αυτής νοητή. Ούτε επιστήμη, ούτε αλήθειά εστιν, ουδέ βασιλεία, ούτε σοφία, ουδέ έν, ουδέ ενότης, ουδέ θεότης, ή αγαθότης, ουδέ πνεύμα εστιν ως ημάς ειδέναι, ούτε υιότης, ούτε πατρότης, ουδέ άλλο τι των ημίν ή άλλω τινί των όντων συνεγνωσμένων, ουδέ τι των ουκ όντων, ουδέ τι των όντων εστίν, ουδέ τα όντα αυτήν γινώσκει ή αυτή εστιν, ουδέ αυτή γινώσκει τα όντα ή όντα εστίν, ουδέ λόγος αυτής εστιν, ούτε όνομα, ούτε γνώσις, ουδέ σκότος εστίν, ουδέ φώς, ούτε πλάνη, ούτε αλήθεια, ουδέ εστιν αυτής καθόλου θέσις, ούτε αφαίρεσις, αλλά των μεν αυτήν τας θέσεις και αφαιρέσεις ποιούντες αυτήν, ούτε τίθεμεν, ούτε αφαιρούμεν, επεί και υπέρ πάσαν θέσιν εστίν η παντελής και ενιαία των πάντων αιτία, και υπέρ πάσαν αφαίρεσιν η υπεροχή του πάντων απλώς απολελυμένου και επέκεινα των όλων."33